Πέρασε ο «τυφώνας» και σχεδόν δεν άγγιξε τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Με μια δόση υπερβολής αυτό θα μπορούσε να είναι το γενικό συμπέρασμα από τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών που έγιναν την Κυριακή 30 Μαρτίου στην Τουρκία. Εκλογές που διεξήχθησαν σε ένα ιδιαίτερα οξυμένο και πολωμένο κλίμα και στη σκιά ενός μεγάλου σκανδάλου διαφθοράς, αποκαλύψεων παράνομα ηχογραφημένων συνομιλιών και ροζ κασετών.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν ο Ταγίπ Ερντογάν, ως ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, θα αποφασίσει να «μαλακώσει», να επιδείξει διάθεση συνεννόησης με τους αντιπάλους του 

Παρά τα συγκεχυμένα αποτελέσματα που μεταδίδουν τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης-AKP του τούρκου πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν λαμβάνει 43-46% (39% το 2009), η αξιωματική αντιπολίτευση, το Λαϊκό Ρεπουπλικανικό Κόμμα-CHP 26-29% (23% το 2009), το Κόμμα Εθνικής Δράσης-MHP 14-18% (16% το 2009) και το φιλοκουρδικό Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας-BDP 3-5% (6% to 2009). Παρά τα μειωμένα ποσοστά του σε σύγκριση με τις γενικές εκλογές του 2011 (είχε λάβει 49.9%) και παρά τα παρατράγουδα και τις κατηγορίες για νοθεία σε κάποια εκλογικά κέντρα, το AKP και ο Ταγίπ Ερντογάν είναι οι αδιαμφισβήτητοι νικητές των εκλογών. Ιδιαίτερα εάν επικυρωθεί η επικράτηση στην Κωνσταντινούπολη του υποψηφίου του AKP (έστω και αν το κυβερνών κόμμα χάσει την αμφίρροπη μάχη στην Αγκυρα) η νίκη του AKP και του Ερντογάν είναι καθαρή.

Τι σημαίνει αυτό για την Τουρκία και τι λένε οι πρώτες εκτιμήσεις για την επόμενη μέρα;

Η πολιτική «τριχοτόμηση» της χώρας

O πολιτικός χάρτης που διαμορφώνεται από τις εκλογές αναδεικνύει την «τριχοτόμηση» της χώρας. Στην δυτική Τουρκία επικράτησαν οι δυνάμεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης ενώ στην κεντρική και ανατολική Τουρκία τη μάχη κέρδισαν οι υποψήφιοι του κυβερνώντος κόμματος. Στις νοτιοανατολικές, κουρδικές περιοχές, κυριάρχησε το φιλοκουρδικό BDP.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η χώρα έχει ανάγκη από πολιτικές κινήσεις οι οποίες να μπορέσουν να γεφυρώσουν το μεγάλο κοινωνικο-πολιτικό χάσμα που υπάρχει και που διευρύνθηκε στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου. Η μπάλα, λοιπόν, βρίσκεται στα πόδια του τούρκου πρωθυπουργού ο οποίος θα πρέπει να λάβει σημαντικές και κρίσιμες για το μέλλον της χώρας αποφάσεις.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν ο Ταγίπ Ερντογάν, ως ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, θα αποφασίσει να «μαλακώσει», να επιδείξει διάθεση συνεννόησης με τους αντιπάλους του αναζητώντας συναινετική διέξοδο από τη σημερινή κατάσταση και να ελέγξει την αυταρχικότητα του κράτους. Ή εάν θα σκληρύνει τη στάση του, θα συνεχίσει την πολιτική της «εκκαθάρισης» ιδιαίτερα απέναντι στους εκπροσώπους του Κινήματος Γκιουλέν και δεν θα είναι ανεκτικός στη διαφορετικότητα. Οι πρώτες δηλώσεις που έκανε μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων δείχνουν ότι δεν είναι έτοιμος να «συγχωρέσει» τους πρώην συμμάχους του. Ωστόσο, εντός του AKP υπάρχουν παράγοντες που θα ήθελαν να αποτρέψουν περαιτέρω όξυνση της κατάστασης η οποία ενδεχομένως να απειλήσει και τη συνοχή του ίδιου του AKP. Στο πλαίσιο αυτό σημαντικός θα είναι ο ρόλος του τούρκου προέδρου Αμπτουλάχ Γκιουλ.

Το αποτέλεσμα επιβεβαίωσε, επίσης, το «έλλειμμα αντιπολίτευσης» που υπάρχει στην Τουρκία. Από το 2002 και μετά απουσιάζει από το τουρκικό πολιτικό σύστημα μια αξιόπιστη αξιωματική αντιπολίτευση η οποία να λειτουργεί ως «ελεγκτής» της κυβέρνησης και των πολιτικών της. Αυτό αναδεικνύεται σε μείζον θέμα για την ποιότητα της δημοκρατίας στην Τουρκία. Ενα υγιές σύστημα δημοκρατίας χρειάζεται μια ισχυρή αντιπολίτευση. Στην Τουρκία το CHP και το MHP αποδείχθηκαν ανίκανα να διαμορφώσουν μια πειστική εναλλακτική επιλογή. Αναλώθηκαν σε μια όπως αποδείχθηκε άκαρπη προσπάθεια περιορισμού της πολιτικής επιρροής του AKP και έχασαν, για ακόμα μια φορά, την ευκαιρία να παρουσιάσουν μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.

Ιδιαίτερα σημαντική κρίνεται η ισχυρή εκλογική επιρροή του φιλοκουρδικού BDP στις νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας. Αυτό αναδεικνύει το κουρδικό στοιχείο σε σημαντικό παράγοντα στην πολιτική ζωή της χώρας. Ειδικά αν η επιρροή αυτή επιβεβαιωθεί και στις γενικές εκλογές του Ιουνίου του 2015. Υπό το φως της «συμμαχίας» Ερντογάν-Οτσαλάν μένει να δούμε πως το εκλογικό αποτέλεσμα θα επηρεάσει την ειρηνευτική διαδικασία για διευθέτηση το κουρδικού προβλήματος την οποία το Κίνημα Γκιουλέν ουδέποτε υποστήριξε.

Το ερώτημα που πλανάται είναι εάν ο Ταγίπ Ερντογάν θα διεκδικήσει την προεδρία της Τουρκίας στις εκλογές που θα γίνουν στις 10 Αυγούστου

Η επόμενη μέρα για τον Ταγίπ Ερντογάν

Τις επόμενες μέρες και εβδομάδες τα μάτια θα είναι στραμμένα στον τούρκο πρωθυπουργό αναμένοντας τις αποφάσεις του για όλα όσα προαναφέρθηκαν αλλά και σε σχέση με το πολιτικό του μέλλον. Ηδη το ερώτημα που πλανάται είναι εάν ο Ταγίπ Ερντογάν θα διεκδικήσει την προεδρία της Τουρκίας στις εκλογές που θα γίνουν στις 10 Αυγούστου.

Είναι γεγονός ότι η νίκη της 30ης Μαρτίου ενδεχομένως να αναπτερώσει τις ελπίδες του ότι μπορεί να είναι υποψήφιος για την προεδρία. Ωστόσο, παρά τα ψηλά ποσοστά του AKP, είναι γεγονός ότι ο Ερντογάν έχει εξελιχθεί σε μια ιδιαίτερα πολωτική πολιτική φυσιογνωμία η οποία δύσκολα μπορεί να διαμορφώσει τις συναινέσεις και τις κοινωνικές συμμαχίες που χρειάζονται για να κερδίσει το 50% συν ένα των ψήφων.

Εάν, όμως, δεν είναι υποψήφιος πρόεδρος θα θελήσει, άραγε, να αλλάξει τον εσωτερικό κανονισμό του AKP έτσι ώστε να ηγηθεί της προεκλογικής εκστρατείας του κόμματος για τις γενικές εκλογές του 2015 και να γίνει για τέταρτη πρωθυπουργός; Αυτό είναι ένα ενδεχόμενο που δεν μπορεί να αποκλειστεί δεδομένου ότι το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών έδειξε ότι, παρά τα όσα του καταλογίζονται, παραμένει το ισχυρό χαρτί του AKP.

Τέλος, ερώτημα παραμένει εάν ο Ταγίπ Ερντογάν θα αποφασίσει να οδηγήσει την Τουρκία σε πρόωρες βουλευτικές εκλογές μέχρι το τέλος του 2014. Η νίκη στις δημοτικές εκλογές απομακρύνει, προς το παρόν, αυτό το ενδεχόμενο. Ωστόσο, στην απόφαση αυτή καθοριστικό ρόλο θα παίξει το πως θα εξελιχθεί η εσωτερική κατάσταση το επόμενο διάστημα ιδιαίτερα γύρω από τα θέματα διαφθοράς και κοινωνικής αντίδρασης στα φαινόμενα αυταρχισμού.

Μηνύματα προς το διεθνή παράγοντα

Μια από τις πρώτες προτεραιότητες της τουρκικής κυβέρνησης είναι να στείλει προς το διεθνή παράγοντα μηνύματα πολιτικής σταθερότητας. Θα ήταν εξαιρετικά αρνητικό για τον περιφερειακό ρόλο της Τουρκίας, αλλά και για τη θέση της στην παγκόσμια οικονομία, εάν η χώρα έδινε την εντύπωση πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής. Αυτό είναι κάτι που αντιλαμβάνονται τόσο ο υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου όσο και οι επιτελείς της τουρκικής διπλωματίας.

Δυτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η Αγκυρα, σε μια προσπάθεια επίδειξης του ρόλου της ως σταθεροποιητικού παράγοντα στην περιοχή, πιθανόν να κάνει κινήσεις συνεννόησης τόσο με το Ισραήλ όσο και στο Κυπριακό ενώ, παράλληλα, θα επαναβεβαιώσει τον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό.

Παράλληλα, η εύθραυστη κατάσταση στη Μέση Ανατολή, ειδικά στο μέτωπο της Συρίας, αναδεικνύει τη σημασία της σταθερότητας στην Τουρκία καθώς και της συμμετοχής της στους ευρωατλαντικούς θεσμούς. Τα πράγματα στα τουρκο-συριακά σύνορα είναι ανησυχητικά και δεν επιτρέπουν μονομερείς κινήσεις οι οποίες ενδεχομένως να προκαλούσαν γενικότερη αποσταθεροποίηση.

Συμπερασματικά, τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών της Κυριακής απάντησαν σε κάποια ερωτήματα αλλά γέννησαν και καινούργια ερωτήματα εξίσου σημαντικά. Τις απαντήσεις σε αυτά θα κληθούν να δώσουν τις επόμενες μέρες οι πρωταγωνιστές των εξελίξεων: ο τούρκος πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν και το AKP.

Στη σκιά του «πολέμου» εναντίον του Twitter και του YouTube, της σύγκρουσης Ερντογάν-Γκιουλέν, των συνεχών «αποκαλύψεων» ηχητικών ντοκουμέντων και με φόντο μια «ροζ» κασέτα, πραγματοποιούνται οι δημοτικές εκλογές στην Τουρκία την Κυριακή 30 Μαρτίου. Ολοι εκτιμούν ότι το αποτέλεσμα των εκλογών αυτών θα είναι καθοριστικό για την πολιτική σταθερότητα στη χώρα αλλά και για το μέλλον του ίδιου του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και της κυβέρνησής του. Οι εκλογές δεν θα κριθούν απλά στη βάση των θεμάτων που απασχολούν τις τοπικές κοινωνίες αλλά και από τα γενικότερα θέματα πολιτικής.

Οι εκλογές γίνονται μέσα σε ένα ιδιαίτερα πολωμένο κλίμα όπου οι αντεγκλήσεις και οι αλληλοκατηγορίες έχουν ουσιαστικά υποκαταστήσει τα πολιτικά επιχειρήματα

Οι εκλογές της 30ης Μαρτίου γίνονται μέσα σε ένα ιδιαίτερα πολωμένο κλίμα όπου οι αντεγκλήσεις και οι αλληλοκατηγορίες έχουν ουσιαστικά υποκαταστήσει τα πολιτικά επιχειρήματα. Θα είναι ο πρώτος γύρος σε μια σειρά από εκλογικές αναμετρήσεις οι οποίες θα διαμορφώσουν το νέο πολιτικό σκηνικό στην Τουρκία. Χαρακτηρίζονται, δε, ως πρόκριμα για τις γενικές εκλογές που, αν δεν γίνουν νωρίτερα, είναι προγραμματισμένες για τον Ιούνιο του 2015. Εν τω μεταξύ, τον ερχόμενο Αύγουστο θα γίνουν και οι προεδρικές εκλογές.

Με βάση τις δημοσκοπήσεις, το πολιτικό σκηνικό παραμένει ρευστό παρότι ελάχιστοι αμφιβάλλουν ότι το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) θα κόψει πρώτο το νήμα. Το ερώτημα είναι εάν το AKP θα είναι και ο πραγματικός νικητής των εκλογών.

Στις τελευταίες δημοτικές εκλογές που έγιναν το 2009 (σε παρένθεση το ποσοστό των γενικών εκλογών του 2011) το AKP έλαβε 38.8% (49.95%), το Λαϊκο Ρεπουπλικανικό Κόμμα (CHP) 23% (26%), το Κόμμα Εθνικής Δράσης (MHP) 16% (13%) και το φιλοκουρδικό Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας (BDP) 5,7% (6.5%).

Οι διεκδικητές

Οι εκλογές έχουν ιδιαίτερη σημασία για το κυβερνών AKP του οποίου η κυριαρχία στο πολιτικό σύστημα παραμένει ουσιαστικά αδιαμφισβήτητη από το 2002. Τα τελικά αποτελέσματα θα καθορίσουν εάν η κυριαρχία αυτή θα συνεχιστεί ή εάν θα εισέλθει σε μια φάση εσωστρέφειας. Παρά τα σκάνδαλα, τη διαφθορά και τις επιθέσεις που δέχεται, ο Ταγίπ Ερντογάν παραμένει ο ισχυρός άντρας του AKP. Ο κύριος «αντίπαλός» του, ο τούρκος πρόεδρος Αμπτουλάχ Γκιουλ, δεν έχει καταφέρει να ξεπεράσει την επιρροή του Ερντογάν. Οπως έδειξαν και οι τελευταίες εξελίξεις ο Γκιουλ κινείται στη σκιά του τούρκου πρωθυπουργού. Ωστόσο, στο πλαίσιο μιας μεταβατικής φάσης, στην οποία αργά ή γρήγορα θα εισέλθει το AKP, δεν αποκλείεται να αναδειχθεί ως ο φυσικός διάδοχος. Σε κάθε περίπτωση, για το AKP το στοίχημα είναι να αποδείξει ότι παρά τα όσα διαδραματίστηκαν τον τελευταίο χρόνο παραμένει ο ισχυρός πυλώνας του τουρκικού κομματικού συστήματος.

Για το AKP το στοίχημα είναι να αποδείξει ότι παραμένει ο ισχυρός πυλώνας του τουρκικού κομματικού συστήματος

Η αξιωματική αντιπολίτευση, από την άλλη, δεν έχει καταφέρει ακόμα να διαμορφώσει ένα πραγματικά εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης. Παρά την αλλαγή ηγεσίας, το CHP παραμένει όμηρος παλαιοκομματικών κεμαλικών νοοτροπιών και τακτικών με αποτέλεσμα να μην μπορεί να απειλήσει την κυριαρχία του AKP. Τα ποσοστά του κόμματος παραμένουν στάσιμα. Σ’ αυτές τις εκλογές το στοίχημα για το CHP είναι να βγει από τη στασιμότητα και να δείξει ότι μπορεί να διαμορφώσει μια δυναμική ενόψει των επερχόμενων εκλογικών αναμετρήσεων. Το μεγάλο «τρόπαιο» που θα διαμορφώσει τις εντυπώσεις νικητή και ηττημένου είναι ο Δήμος Κωνσταντινούπολης. Εαν το CHP κερδίσει το Δήμο τότε θα μπορούμε να μιλάμε για «αλλαγή παιχνιδιού».

Το εθνικιστικό MHP έχει επίσης καθηλωμένα ποσοστά. Σε μεγάλο βαθμό η βάση του έχει διαβρωθεί τόσο από το CHP, το οποίο σε πολλά θέματα εκφράζει μια πιο εθνικιστική γραμμή, αλλά και από το AKP, η συντηρητική «ομπρέλα» του οποίου καλύπτει ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του MHP. Το στοίχημα για το κόμμα αυτό είναι να κερδίσει ικανό αριθμό πόλεων και να αυξήσει τα ποσοστά του έτσι ώστε να διεκδικήσει με αξιώσεις ένα ρόλο ρυθμιστή μετά τις γενικές εκλογές.

Το CHP δεν έχει καταφέρει ακόμα να διαμορφώσει ένα πραγματικά εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης

Διάφοροι αναλυτές εκτιμούν ότι πραγματικός νικητής των εκλογών θα είναι το φιλοκουρδικό BDP. Κι αυτό διότι λόγω της ειρηνευτικής διαδικασίας επίλυσης του κουρδικού αλλά και των πολιτικών εξελίξεων φαίνεται να έχει επεκτείνει την επιρροή του στις κουρδικές περιοχές της ανατολικής Τουρκίας. Βοηθητική προς το BDP είναι και η«βολική συμμαχία» που έκτισε ο Ταγίπ Ερντογάν με τον φυλακισμένο κούρδο ηγέτη του PKK Αμπτουλάχ Οτσαλάν. Η συμμαχία αυτή σκοπό έχει να οδηγήσει το κουρδικό σε τελική διευθέτηση και να περιορίσει την επιρροή του Κινήματος Γκιουλέν. Στοίχημα του BDP στις δημοτικές εκλογές είναι να αυξήσει τα ποσοστά του ειδικά στις κουρδικές περιοχές.

Τέσσερα Σενάρια

Τα τέσσερα βασικά σενάρια της εκλογικής αναμέτρησης κινούνται γύρω από το ποσοστό που θα λάβει τελικά το AKP:

Σενάριο 1: Θρίαμβος του AKP

Το κυβερνών κόμμα καταφέρνει όχι μόνο να κόψει πρώτο το νήμα αλλά και να κερδίσει τις εκλογές αυξάνοντας τα ποσοστά του. Για τον Ταγίπ Ερντογάν ένα ποσοστό 40% και πάνω θα χαρακτηριστεί ως αδιαμφισβήτητη νίκη και θα θεωρηθεί ότι το εκλογικό σώμα ανανέωσε την εντολή του προς τον ίδιο. Αυτό θα κάνει τον Ερντογάν απόλυτο «άρχοντα» στο πολιτικό σκηνικό. Σε μια τέτοια περίπτωση οι αυταρχικές πολιτικές που ακολουθήθηκαν το τελευταίο διάστημα θα συνεχιστούν ενώ η αντιπολίτευση θα εισέλθει σε ένα νέο κύκλο εσωτερικών αντιπαραθέσεων. Από την άλλη, σε κοινωνικό επίπεδο θα συνεχιστούν οι αντιδράσεις στον κυβερνητικό αυταρχισμό με αποτέλεσμα η πόλωση και η κοινωνική ένταση να αυξηθεί. Ενας ακόμα θρίαμβος για το AKP θα είναι μια πραγματική πρόκληση για την εύθραυστη τουρκική δημοκρατία.

Εάν η διαφορά μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου κόμματος είναι σχετικά μικρή  η νίκη του AKP θα είναι κουτσουρεμένη

Σενάριο 2: Πρωτιά του AKP Στο σενάριο αυτό το AKP έρχεται πρώτο αλλά χωρίς να αυξάνει τα ποσοστά του. Ενδεχομένως να μειωθούν και να κυμανθούν μεταξύ 35-40%. Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της επόμενης μέρας θα έχουν δύο βασικά στοιχεία: (α) ποιο κόμμα θα κερδίσει την Κωνσταντινούπολη και την Αγκυρα και (β) τα ποσοστά της αντιπολίτευσης και ειδικά του CHP. Εάν η διαφορά μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου κόμματος είναι σχετικά μικρή και εάν το CHP κερδίσει τη μία από τις δύο μεγάλες πόλεις τότε η νίκη του AKP θα είναι κουτσουρεμένη. Αυτό θα αυξήσει τις πιέσεις τον τούρκο πρωθυπουργό για να αναθεωρήσει κάποιες από τις πολιτικές του ενώ δεν αποκλείεται να αποφασίσει πρόωρες εκλογές πριν από το τέλος του 2014.

Σενάριο 3: Ηττα του AKP

Το σενάριο αυτό προϋποθέτει ότι το AKP χάνει σημαντικό ποσοστό από τη δύναμή του και περιορίζεται κάτω από το 40% ενώ το CHP αυξάνει τα ποσοστά του και λαμβάνει πάνω από 30%. Από τη στιγμή που το AKP παραμένει πρώτο κόμμα η ήττα είναι διαχειρίσιμη. Ειδικά εάν κερδίσει την Κωνσταντινούπολη ή την Αγκυρα. Ωστόσο, σε μια τέτοια περίπτωση θα δρομολογηθούν πολιτικές εξελίξεις που ενδεχομένως να οδηγήσουν σε πρόωρες εκλογές και σε μια κυβέρνηση συνασπισμού. Παράλληλα, θα ξεκινήσουν εσωκομματικές διαδικασίες αλλαγής ηγεσίας και ο Ερντογάν δεν θα έχει πολλές ελπίδες διατήρησης του πρωταγωνιστικού ρόλου που έχει σήμερα. Σε γενικές γραμμές, η Τουρκία θα εισέλθει σε μια φάση πολιτικής αβεβαιότητας.

Σενάριο 4: Κατάρρευση AKP

Στο σενάριο αυτό, το οποίο θεωρείται και το πιο απομακρυσμένο, το κυβερνών κόμμα χάνει κατά κράτος στις εκλογές, η εκλογική του δύναμη αποδεκατίζεται και δεν κερδίζει καμία από τις μεγάλες πόλεις. Οπως είναι φυσικό σε μια τέτοια περίπτωση η κυβέρνηση Ερντογάν θα είναι σχεδόν αδύνατο να επιβιώσει και η χώρα θα οδηγηθεί σε πρόωρες εκλογές σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Η εκλογική κατάρρευση του AKP θα αποσταθεροποιήσει το πολιτικό σκηνικό ενώ πολύ πιθανόν να οδηγήσει και στη διάσπαση του κόμματος. Ως αποτέλεσμα ενός τέτοιου δραματικού αποτελέσματος η Τουρκία θα εισέλθει σε μια φάση παρατεταμένης πολιτικής κρίσης με άγνωστες συνέπειες.

Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι πιο πιθανό είναι ένα από τα δύο πρώτα σενάρια ή παραλλαγές αυτών. Μένει να δούμε πως θα αντιδράσει το εκλογικό σώμα σε όσα έχουν συμβεί τον τελευταίο χρόνο στην Τουρκία και πως θα αποτυπωθεί η αντίδραση στο αποτέλεσμα της κάλπης. Σε κάθε περίπτωση από την 1η Απριλίου η χώρα εισέρχεται σε μια νέα φάση η οποία θα διαμορφώσει το πολιτικό σύστημα και την ίδια τη δημοκρατία στην Τουρκία.

Τελικά ο ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έκανε το βήμα και υπέγραψε, εν μέσω μιας θριαμβευτικής ατμόσφαιρας στο Κρεμλίνο, την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία. «Η Κριμαία ήταν πάντα στο μυαλό και στην καρδιά» των ρώσων είπε χαρακτηριστικά. Η κίνηση Πούτιν διαμόρφωσε μια νέα κατάσταση πραγμάτων τόσο σε διεθνές όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Η Ρωσία επεκτείνει την επικράτειά της ενσωματώνοντας μια περιοχή χωρίς τη συγκατάθεση της χώρας από την οποία προέρχεται. Παρότι η πλειοψηφία των μελών της διεθνούς κοινότητας καταδίκασαν την εξέλιξη αυτή και δεν αναγνωρίζουν την απόσχιση, η προσάρτηση της Κριμαίας είναι ένα τετελεσμένο γεγονός στο οποίο, αργά ή γρήγορα, η Δύση θα πρέπει να απαντήσει.

Η ανατολική Ουκρανία στο επίκεντρο

Το πραγματικό πρόβλημα του ρώσου προέδρου δεν είναι τόσο η Κριμαία όσο η υπόλοιπη Ουκρανία

Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται στο τραπέζι μετά την απόφαση της Μόσχας να προχωρήσει με την προσάρτηση είναι ποιές θα είναι οι επόμενες κινήσεις του Βλαντιμίρ Πούτιν. Διότι το πραγματικό πρόβλημα του ρώσου προέδρου δεν είναι τόσο η Κριμαία όσο η υπόλοιπη Ουκρανία. Οπως υπογραμμίζει ο Τίμοθι Γκάρντον Ας στον Guardian, αυτό που συμβαίνει «είναι για ολόκληρη την Ουκρανία, όχι απλά την Κριμαία. Η κρίσιμη μάχη θα είναι τώρα για την Ανατολική Ουκρανία».

Η Κριμαία έγινε το σύμβολο για την ανασύσταση της ρωσικής επικυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή της Βαλτικής και του Καυκάσου. Η πτώση του καθεστώτος Γιανούκοβιτς ήταν, ουσιαστικά, μια ήττα για τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Εχασε ένα βασικό σύμμαχο ο οποίος του εξασφάλιζε ότι η Ουκρανία θα παραμείνει στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας. Από το 2004, όταν οι χώρες της Βαλτικής έγιναν μέλη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, ήταν εμφανές ότι η Ρωσία ένιωθε να «περικυκλώνεται» από τη δυτική συμμαχία. Επομένως, δεν θα άφηνε την Ουκρανία και τη Λευκορωσία να ακολουθήσουν την ίδια πορεία. Για το Κρεμλίνο οι δύο αυτές χώρες ήταν το τελευταίο «ανάχωμα» και η «νεκρή ζώνη» ανάμεσα στη Ρωσία και στη Δύση. Οπως σημειώνει ο Τζωρτζ Φρίντμαν στη γεωπολιτική επιθεώρηση Stratfor, «Εάν η Ρωσία χάσει τη Λευκορωσία και την Ουκρανία, χάνει το στρατηγικό της βάθος το οποίο θεωρείται απαραίτητο για τη δυνατότητά της να προστατεύσει τη ρωσική επικράτεια». Επομένως, η Μόσχα θα έκανε ότι μπορούσε για να διατηρήσει την επιρροή της επί των δύο αυτών χωρών.

Ωστόσο, οι καταιγιστικές εξελίξεις στο εσωτερικό της Ουκρανίας ανέτρεψαν τους ρωσικούς σχεδιασμούς. Η Κριμαία, λοιπόν, έγινε η πρώτη κίνηση στη σκακιέρα με την οποία ο ρώσος πρόεδρος ευελπιστεί ότι θα του επιτρέψει να ελέγξει το παιγνίδι. Μπορεί άραγε να το κάνει και ποιές είναι οι πιθανές επόμενες κινήσεις του;

Τέσσερις επιλογές

Με την προσάρτηση της Κριμαίας η Ρωσία θέλησε να στείλει το μήνυμα ότι παραμένει παγκόσμια και περιφερειακή δύναμη η οποία δεν μπορεί να αγνοείται. Παράλληλα, μέσα από την κίνηση αυτή ο Βλαντιμίρ Πούτιν ενίσχυσε την προσωπική του εικόνα στο εσωτερικό της χώρας σε μια κρίσιμη στιγμή που η δημοτικότητά του είχε πέσει και η οικονομία της Ρωσίας, σύμφωνα με ρώσους αξιωματούχους, είναι στα πρόθυρα της κρίσης. Ωστόσο, η κατάσταση παραμένει αβέβαιη και δεν αποκλείεται στο τέλος της ημέρας η προσάρτηση της Κριμαίας να αποδειχθεί «πύρρειος» νίκη, ειδικά εάν η Ουκρανία αποφασίσει να ενσωματωθεί στους ευρωατλαντικούς θεσμούς. Να γίνει, δηλαδή, αυτό που ο ρώσος πρόεδρος ήθελε πάση θυσία να αποτρέψει. Εχει ακόμα τη δυνατότητα να σταματήσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο και πως;

Σύμφωνα με τον Τζωρτζ Φρίντμαν, ο ρώσος πρόεδρος έχει ενώπιον του τέσσερις τουλάχιστον επιλογές:

Η κατάσταση παραμένει αβέβαιη και δεν αποκλείεται στο τέλος της ημέρας η προσάρτηση της Κριμαίας να αποδειχθεί «πύρρειος» νίκη

Η πρώτη επιλογή είναι να μην κάνει τίποτε. Να αφήσει την κατάσταση να εξελιχθεί με τρόπο έτσι ώστε η προσάρτηση της Κριμαίας να γίνει μη αναστρέψιμη. Να περιχαρακώσει, δηλαδή, ότι πέτυχε μέχρι αυτή τη στιγμή. Παράλληλα, θα παρακολουθεί τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Ουκρανίας όπου το πολιτικό σκηνικό παραμένει αρκετά εύθραυστο. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, σημειώνει ο Φρίντμαν, «η ρωσική επιρροή, τα χρήματα και οι συγκεκαλυμμένες δραστηριότητες» μπορούν να διασφαλίσουν την ουδετερότητα της Ουκρανίας. Αυτή η πολιτική, όμως, χρειάζεται χρόνο και δεν εξασφαλίζει ότι η Ουκρανία θα παραμείνει εκτός δυτικής επιρροής.

Η δεύτερη επιλογή είναι να εισβάλει στην Ουκρανία για να καταλάβει τις ανατολικές περιοχές. Αυτή είναι μια επιλογή υψηλού ρίσκου η οποία, αναπόφευκτα, θα έχει και το ανάλογο κόστος. Η περαιτέρω στρατιωτικοποίηση της κρίσης, ωστόσο, κάθε άλλο παρά θα λύσει τα προβλήματα της Μόσχας. Σε μια τέτοια περίπτωση η Δύση θα υποχρεωθεί να δώσει ανάλογη απάντηση. Πρέπει, δε, να θεωρείται βέβαιο ότι η ουκρανική κυβέρνηση θα ζητήσει προστασία από τη δυτική συμμαχία (βλ. ΝΑΤΟ) και οι διαδικασίες ενσωμάτωσης της Ουκρανίας στους ευρωατλαντικούς θεσμούς θα επιταχυνθούν.

Η τρίτη επιλογή είναι να χρησιμοποιήσει τους ρωσικούς πληθυσμούς στις γειτονικές χώρες που είναι ήδη υπό την επιρροή της Δύσης για να επιδείξει σε όλους την παρουσία και τη σημασία της. Με αυτό τον τρόπο θα κάνει σαφές ότι μπορεί να επηρεάζει τις εξελίξεις στο εσωτερικό των γειτόνων της. Αυτό, βέβαια, δυνατόν να ενισχύσει τα ήδη ισχυρά αντιρωσικά αισθήματα στις κοινωνίες των χωρών αυτών.

Αν στόχος της Μόσχας παραμένει η «ουδετερότητα» της Ουκρανίας, τότε ο Πούτιν πρέπει να κάνει κινήσεις συνεννόησης με τη Δύση

Η τέταρτη επιλογή είναι να αξιοποιήσει τη διπλωματική επιρροή που έχει για να υπενθυμίσει στις ΗΠΑ και στις άλλες δυτικές δυνάμεις ότι είναι αναγκαίος παίχτης σε κρίσιμα θέματα διεθνούς πολιτικής όπως οι συνομιλίες με το Ιράν και η συριακή κρίση. Η συνεργασία της Ρωσίας στα θέματα αυτά είναι πολύ σημαντική για να προχωρήσει μια πιθανή τελική συμφωνία με την Τεχεράνη και να αναζητηθεί ρεαλιστική λύση στη Συρία.

Ενδεχομένως ο Βλαντιμίρ Πούτιν να προσπαθήσει να συνδυάσει όλες τις επιλογές. Μια όχι και τόσο εύκολη υπόθεση. Γεγονός είναι ότι με την κίνησή του στην Κριμαία ο Πούτιν έχει ενισχύσει τις φιλοδυτικές δυνάμεις στο εσωτερικό της Ουκρανίας. Σε περίπτωση που η στάση της Μόσχας παραμείνει άτεγκτη η Ουκρανία δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να επιζητήσει την ενσωμάτωσή της στους ευρωατλαντικούς θεσμούς. Εαν υποθέσουμε, λοιπόν, ότι στόχος της Μόσχας παραμένει η «ουδετερότητα» της Ουκρανίας, τότε ο Πούτιν πρέπει, αργά ή γρήγορα, να αναπροσαρμόσει την τακτική του και να κάνει κινήσεις συνεννόησης με τη Δύση. Διότι η «παρτίδα» δεν έχει τελειώσει ακόμα. Εχει ξεκινήσει απλά ένα νέος γύρος.

Μετά το «δημοψήφισμα» στην Κριμαία τα μάτια όλων είναι στραμμένα στο ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν αναμένοντας τις επόμενες κινήσεις του. Ηδη έκανε την πρώτη: τη Δευτέρα το βράδυ υπέγραψε Προεδρικό Διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζει την Κριμαία ως «ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος». Είναι αυτό το πρώτο βήμα για την ενσωμάτωση της περιοχής στη ρωσική επικράτεια;

Ο τρόπος με τον οποίο θα αποφασίσει η Ρωσία να δράσει μετά το δημοψήφισμα θα είναι ένα πραγματικό σημάδι εάν η κρίση μεταξύ Δύσης και Ρωσίας θα αποκλιμακωθεί ή θα χειροτερέψει

Οι κινήσεις Πούτιν θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τόσο τις αντιδράσεις της Δύσης όσο και το νέο σκηνικό στην ευρύτερη περιοχή. Οπως σημειώνει σε ανάλυσή της η γεωπολιτική επιθεώρηση Stratfor, ο τρόπος με τον οποίο θα αποφασίσει η Ρωσία να δράσει μετά το δημοψήφισμα θα είναι ένα πραγματικό σημάδι εάν η κρίση μεταξύ Δύσης και Ρωσίας θα αποκλιμακωθεί ή θα χειροτερέψει. «Τελικά αυτή η απόφαση είναι στα χέρια του Πούτιν» υπογραμμίζει η Stratfor.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν ο ρώσος πρόεδρος θα κάνει τελικά το επόμενο, καθοριστικό, βήμα. Εάν δηλαδή θα προχωρήσει άμεσα σε προσάρτηση της περιοχής ή όχι. Εχει όμως και άλλες επιλογές όπως είναι η σταδιακή ενσωμάτωση της Κριμαίας στη Ρωσία ή η δημιουργία ενός κλοιού ελέγχου της περιοχής δημιουργώντας μια θολή κατάσταση πραγμάτων.

Στην αναμενόμενη ομιλία του την Τρίτη στην ολομέλεια της ρωσικής Δούμας πιθανόν να ρίξει περισσότερο φως ως προς τις προθέσεις του

Στην αναμενόμενη ομιλία του την Τρίτη στην ολομέλεια της ρωσικής Δούμας πιθανόν να ρίξει περισσότερο φως ως προς τις προθέσεις του. Αργά ή γρήγορα το Κρεμλίνο θα δώσει τις απαντήσεις. Σε κάθε περίπτωση, όλοι σχεδόν οι αναλυτές συμφωνούν ότι τα πράγματα στην Κριμαία είναι δύσκολο να επιστρέψουν στην κατάσταση προ της πτώσης Γιανούκοβιτς. Η Ρωσία δεν είναι διατεθειμένη να επιστρέψει τον έλεγχο της Κριμαίας σε μια ουκρανική κυβέρνηση την οποία θεωρεί εχθρική προς τα συμφέροντά της.

Εάν υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν προχωρήσει με την προσάρτηση, τι θα σημαίνει αυτή η επιλογή για την ίδια τη Ρωσία; Θα έχει κόστος ή όχι; Και εάν ναι, πόσο μεγάλο μπορεί να είναι; Θα μπορέσει άραγε να το απορροφήσει;

Οι συνέπειες της προσάρτησης

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αλλαγή συνόρων με βίαιο τρόπο δεν είναι μια εύκολη ή ανέξοδη υπόθεση. Ενέχει μεγάλο ρίσκο. Οπως χαρακτηριστικά επισημαίνει η Μαίρη Μίσιο σε πρόσφατο άρθρο της στο αμερικανικό Slate, πιθανή προσάρτηση ή η δημιουργία ενός λιλιπούτειου φιλορωσικού κράτους στην Κριμαία μπορεί βραχυπρόθεσμα να δουλέψει. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι και εύκολο. «Η ιμπεριαλιστική μανούβρα του Πούτιν μπορεί να γίνει το Βατερλώ του» υποστηρίζει. Γιατί όμως; Ποιές είναι οι πιθανές συνέπειες από μια τέτοια απόφαση;

Η αλλαγή συνόρων με βίαιο τρόπο δεν είναι μια εύκολη ή ανέξοδη υπόθεση. Ενέχει μεγάλο ρίσκο

Πρώτον, προσάρτηση σημαίνει ουσιαστικά επέκταση της επικράτειας μιας χώρας. Με άλλα λόγια, η Ρωσία θα επεκτείνει το έδαφός της για να συμπεριλάβει την Κριμαία. Με αυτή την έννοια, η Ρωσική κίνηση μπορεί να χαρακτηριστεί ως επεκτατική. Αυτό είναι μια πρακτική η οποία απορρίπτεται από το διεθνές δίκαιο και τους διεθνείς κανόνες συμπεριφοράς. Ειδικά, όταν η επέκταση γίνεται χωρίς τη συναίνεση του κράτους το οποίο νομικά έχει την κυριαρχία επί του εδάφους.

Ο Στρομπ Τάλποτ, πρόεδρος του αμερικανικού ινστιτούτου Brookings, σε άρθρο του στη Huffington Post, υπενθυμίζει ότι ο τέως πρόεδρος της Ρωσίας Μπορίς Γιέλτσιν άφησε στο διάδοχό του Βλαντιμίρ Πούτιν μια σημαντική κληρονομιά: την κατηγορηματική δέσμευση της Ρωσίας ότι θα σεβαστεί την εδαφική ακεραιότητα των γειτονικών της χωρών. Οτι δεν θα υπάρξει καμιά εδαφική αναπροσαρμογή στη βάση εθνογραφικών χαρακτηριστικών ή για να διορθωθούν «ιστορικές ανωμαλίες». Ο σεβασμός των συνόρων έγινε «κόκκινη γραμμή». Ενδεχόμενη προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία θα παραβιάσει αυτή τη γραμμή κάτι που, όπως γράφει ο Τάλμποτ, «μπορεί να θέση σε κίνδυνο την εδαφική ακεραιότητα της ίδιας της Ρωσίας».

Η ενσωμάτωση της Κριμαίας θα κουβαλήσει μαζί της κάποια αντικειμενικά δεδομένα όπως είναι η οικονομική εξάρτηση της περιοχής στην Ουκρανία

Δεύτερον, η ενσωμάτωση της Κριμαίας θα κουβαλήσει μαζί της κάποια αντικειμενικά δεδομένα όπως είναι η οικονομική εξάρτηση της περιοχής στην Ουκρανία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν, η Ουκρανία ηλεκτροδοτεί σχεδόν εξ’ ολοκλήρου την Κριμαία, της παραχωρεί νερό και περίπου το 70% των τροφίμων. Οπως χαρακτηριστικά σημειώνει η Μαίρη Μίσιο, «το μεγαλύτερο μέρος της Κριμαίας είναι έρημος με λιγότερη ετήσια βροχόπτωση από το Λος Αντζελες». Δεν είναι τυχαίο, σημειώνει, ότι στις 19 Φεβρουαρίου η κυβέρνηση της Κριμαίας αιτήθηκε από τη Δύση βοήθεια 34 εκατομμυρίων δολαρίων για να εκσυγχρονίσει το σύστημα υδροδότησης. Σε περίπτωση, λοιπόν, που η Κριμαία ενωθεί με τη Ρωσία, η Μόσχα θα έχει να διαχειριστεί μια περιοχή η οποία, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται από την Ουκρανία. Αυτή η εξάρτηση προσφέρει στο Κίεβο μια πλεονεκτική θέση σε σχέση με τη Μόσχα.

Τρίτον, παρά τη μεγάλη πλειοψηφία των ρωσόφωνων κατοίκων, η Κριμαία δεν είναι πληθυσμιακά ομοιογενής. Ενα αξιοσημείωτο ποσοστό περίπου 20% είναι Τατάροι (μουσουλμάνοι) πολλοί από τους οποίους επέστρεψαν στην περιοχή μετά το 1992 και τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης. Οι Τατάροι τρέφουν έντονα αντι-ρωσικά αισθήματα ως αποτέλεσμα, σε μεγάλο βαθμό, της «εθνικής κάθαρσης» που βίωσαν την περίοδο της κυριαρχίας του Τζόζεφ Στάλιν. Ως εκ τούτου, δεν πρόκειται να δεχθούν εύκολα τη ρωσική επικυριαρχία επί της Κριμαίας. Είναι, δε, πρόωρο να προβλέψει κανείς πως θα αντιδράσουν σε περίπτωση που η προσάρτηση προχωρήσει. Ωστόσο, δεν αποκλείεται η Μόσχα να βρεθεί αντιμέτωπη με μια κατάσταση τύπου Τσετσενίας, Νταγκεστάν ή Ινγκουσετίας. Περιοχές όπου ο μουσουλμανικός πληθυσμός έχει ισχυρή παρουσία και διεκδικεί ανεξαρτησία και αυτονομία μετατρέποντάς τες έτσι σε «Αχίλλειο φτέρνα» για τη Μόσχα.

Η λογική λέει ότι ο ρώσος πρόεδρος θα συνυπολογίσει όλα τα δεδομένα προτού λάβει τις τελικές αποφάσεις του

Τέταρτον, η προσάρτηση της Κριμαίας θα δώσει στη Δύση και στο Κίεβο την ευκαιρία να έρθουν ακόμα πιο κοντά. Με άλλα λόγια, ενδεχομένως να οδηγήσει σε αυτό που ο Βλαντιμίρ Πούτιν ήθελε να αποτρέψει αρχικά: την ενσωμάτωση της Ουκρανίας στους ευρωατλαντικούς θεσμούς (ΕΕ-ΝΑΤΟ). Η Ουκρανία νιώθει ήδη πολύ ευάλωτη στη σκιά της «ρωσικής αρκούδας». Δεν αποκλείεται, λοιπόν, σε περίπτωση που το σχέδιο της προσάρτησης προχωρήσει να επιταχύνει τις διαδικασίες ενίσχυσης των σχέσεών της τόσο με την ΕΕ όσο και με το ΝΑΤΟ. Μια τέτοια εξέλιξη θα επεκτείνει τη «σφαίρα επιρροής» της Δύσης στο «μαλακό υπογάστριο» της Ρωσίας.

Η μπάλα στο Βλαντιμίρ Πούτιν

Η λογική λέει ότι ο ρώσος πρόεδρος θα συνυπολογίσει όλα τα δεδομένα προτού λάβει τις τελικές αποφάσεις του. Το ερώτημα είναι εάν το Κρεμλίνο εκτιμά ότι μπορεί να απορροφήσει τις συνέπειες από μια απόφαση για ένωση της Κριμαίας με τη Ρωσική Ομοσπονδία. Το βέβαιο είναι ότι η Μόσχα δεν είναι διατεθειμένη να αφήσει την περιοχή έξω από τη σφαίρα επιρροή της. Γνωρίζει, επίσης, ότι η Δύση δεν πρόκειται να επέμβει στρατιωτικά για να σταματήσει την προσάρτηση της Κριμαίας. Μέχρι τώρα τα «αντίποινα» της Δύσης δεν λειτούργησαν αποτρεπτικά στην πολιτική Πούτιν. Ωστόσο, μετά το δημοψήφισμα η κατάσταση έχει φτάσει σε ένα σημείο καμπής και το κόστος των αποφάσεων είναι, για όλους, υψηλότερο.

Ο ρώσος πρόεδρος γνωρίζει ότι πιθανή απόφαση προσάρτησης θα είναι υψηλού και αβέβαιου ρίσκου

Η μπάλα βρίσκεται, λοιπόν, στα πόδια του Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο ρώσος πρόεδρος γνωρίζει ότι πιθανή απόφαση προσάρτησης θα είναι υψηλού και αβέβαιου ρίσκου. Κάποια σημάδια δείχνουν ότι η Μόσχα ενδεχομένως να χρησιμοποιεί την απειλή της προσάρτησης ως διαπραγματευτικό χαρτί. Παράλληλα, θα ήθελε να αποφύγει την πλήρη ρήξη με τη Δύση και τη διεθνή απομόνωσή της. Στο πλαίσιο αυτό ο πρόεδρος Πούτιν δεν αποκλείεται να καθυστερήσει τις διαδικασίες προσάρτησης για να δώσει στη διπλωματία ακόμα μια ευκαιρία. Πολύ σύντομα θα διαφανούν οι πραγματικές προθέσεις του ρώσου προέδρου. Μένει να δούμε εάν, εν τέλει, ο πραγματισμός θα υπερισχύσει.

Το «φάντασμα» του Εντουαρντ Σνόουντεν βρίσκεται πάνω από τα φετινά δημοσιογραφικά βραβεία Πούλιτζερ. Αρχές Απριλίου συνέρχεται η επιτροπή των βραβείων για να επιλέξει τους νικητές για το 2014 τα οποία θα ανακοινωθούν στις 14 Απριλίου. Τα 19 μέλη της θα βρεθούν μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: να δώσουν ή όχι το βραβείο καλύτερου ερευνητικού ρεπορτάζ στους δημοσιογράφους του Guardian και της Washington Post για την κάλυψη και τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών που έδωσε ο Εντουαρντ Σνόουντεν για τις παρακολουθήσεις και τις πρακτικές της αμερικανικής Εθνικής Επιτροπής Ασφάλειας (NSA);

Αλλοι επικροτούν την απόφαση των εφημερίδων να δημοσιεύσουν απόρρητα κρατικα έγγραφα και άλλοι την κατακρίνουν. Ολοι, ωστόσο, συμφωνούν ότι η υπόθεση Σνόουντεν ήταν η ιστορία της χρονιάς το 2013

Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι τόσο απλή εάν λάβει κανείς υπόψη τις έντονες συζητήσεις που έχει προκαλέσει το θέμα των αποκαλύψεων Σνόουντεν. Από τη στιγμή που οι δύο έγκριτες εφημερίδες δημοσίευσαν τις διαρροές του πρώην υπαλλήλου της NSA τέθηκαν στο τραπέζι θέματα ηθικής, δημοσιογραφικής δεοντολογίας και «εθνικής ασφάλειας». Αλλοι χαρακτηρίζουν τον Σνόουντεν «ήρωα» και άλλοι «προδότη». Αλλοι επικροτούν την απόφαση των εφημερίδων να δημοσιεύσουν απόρρητα κρατικα έγγραφα και άλλοι την κατακρίνουν. Ολοι, ωστόσο, συμφωνούν ότι η υπόθεση Σνόουντεν ήταν η ιστορία της χρονιάς το 2013.

Τα προηγούμενα

Δεν είναι η πρώτη φορά που τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των βραβείων Πούλιτζερ βρίσκονται ενώπιον ενός τέτοιου διλήμματος. Το 1972 έγινε μια παρόμοια συζήτηση σε σχέση με τη βράβευση της δουλειάς του δημοσιογράφου των New York Times, Νηλ Σιήχαν, ο οποίος είχε δημοσιεύσει τα «Εγγραφα του Πενταγώνου» (Pentagon Papers) και τα οποία αφορούσαν την εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ. Τα έγγραφα τα έλαβε από τον στρατιωτικό αναλυτή του Πενταγώνου Ντάνιελ Ελσπερκ. Ο Ελσπερκ κατηγορήθηκε αρχικά για συνωμοσία, κατασκοπία και κλοπή κυβερνητικών εγγράφων αλλά μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου Νίξον οι κατηγορίες αποσύρθηκαν.

Πολύ αργότερα, το 2006, το Διοικητικό Συμβούλιο των βραβείων τίμησε τους Τζέϊμς Ρίσεν και Ερικ Λιχτπλάου των New York Times για τα αποκαλυπτικά ρεπορτάζ τους σχετικά με το πρόγραμμα τηλεφωνικών υποκλοπών κατά τη διακυβέρνηση του Τζώρτζ Μπους του νεώτερου. Οπως αναφέρει το Politico ο πρόεδρος Μπους είχε ζητήσει προσωπικά από την εφημερίδα να μην δημοσιεύσει το ρεπορτάζ. Η εφημερίδα αρνήθηκε και η δουλειά των Ρίσεν και Λιχτπλάου πήρε το Πούλιτζερ. Η βράβευση θεωρήθηκε ως δημόσια καταδίκη των πολιτικών της κυβέρνησης Μπους.

Οπως επισημαίνει o Ντύλαν Μπάγερς, όποια και να είναι η απόφαση της επιτροπής θα έχει επιπτώσεις στον τρόπο που τα ΜΜΕ αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους θέματα

Ο Μάϊκλ Γκάρντνερ, πρώην πρόεδρος του NBC, υποστηρίζει ότι η υπόθεση των «Εγγράφων του Πενταγώνου» δημιούργησε προηγούμενο για την επιτροπή των βραβείων Πούλιτζερ. Από την άλλη, κάποιοι υποστηρίζουν ότι η υπόθεση Σνόουντεν είναι διαφορετική καθώς επηρεάζει άμεσα την επιχειρησιακή δυνατότητα των υπηρεσιών ασφαλείας του κράτους.

Οι αντιδράσεις και τα επιχειρήματα

Οπως επισημαίνει o Ντύλαν Μπάγερς, αρθρογράφος του Politico, όποια και να είναι η απόφαση της επιτροπής θα έχει επιπτώσεις στον τρόπο που τα ΜΜΕ αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους θέματα. Το θέμα είναι «δίκοπο μαχαίρι». Εάν, από τη μια, οι δημοσιογράφοι του Guardian και της Washington Post κερδίσουν το Πούλιτζερ θα θεωρηθεί «πολιτική πράξη», αφού θα στηρίζει τις πρακτικές Σνόουντεν, με την επιτροπή ουσιαστικά να παίρνει θέση για ένα θέμα το οποίο έχει διχάσει την κοινή γνώμη. Από την άλλη, εάν η επιτροπή αγνοήσει τις υποψηφιότητες θα είναι σαν να αγνοεί ένα καίριο θέμα προσωπικών ελευθεριών και ίσως την πιο σημαντική, από δημοσιογραφικής πλευράς, ιστορία του 2013.

Τα εκατέρωθεν επιχειρήματα είναι ισχυρά. Ο Ντέϊβιντ Ρέμνικ, αρχισυντάκτης του γνωστού περιοδικού The New Yorker, υποστηρίζει ότι οι αποκαλύψεις «άλλαξαν εντελώς τη συζήτηση για τα προσωπικά δεδομένα και την NSA. Αυτό υπηρετεί το δημόσιο καλό. Δεν έχει αποδειχθεί ακόμα ότι οι [αποκαλύψεις] έκαναν μεγάλη ζημιά στην εθνική ασφάλεια». Παράλληλα, ο Ρεμ Ράιντερ, αρθρογράφος της USA Today, θεωρεί ότι το μόνο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει την επιτροπή είναι ποιο ρεπορτάζ ήταν δημοσιογραφικά το καλύτερο.

Στην αντίπερα όχθη ο γνωστός αρθρογράφος του New Republic, Μάϊκλ Κίνσλεϊ, θέτει διάφορα ερωτήματα ως προς τη δημοσιογραφική δεοντολογία και τις αντιφάσεις των ΜΜΕ που έσπευσαν να δημοσιεύσουν τα έγγραφα του Σνόουντεν. Σε άρθρο του τον Ιούλιο του 2013, διερωτάται: «Εαν ο Σνόουντεν είναι ένοχος εγκλήματος, γιατί ο Μπαρτ Γκέλμαν (ο δημοσιογράφος της Washington Post που παρέλαβε τις διαρροές του Σνόουντεν) δεν είναι;». Ενώ σε άλλο άρθρο του ο Κίνσλει αναδεικνύει, επίσης, το θέμα του ποιος αποφασίζει για το κατά πόσον πραγματικά απόρρητες πληροφορίες πρέπει να δημοσιεύονται. Οπως σημειώνει, «Το ερώτημα είναι: ποιός αποφασίζει εν τέλει; Ο δημοσιογράφος που δημοσιεύει τη διαρροή και ο αρχισυντάκτης του ή η κυβέρνηση; Και ποιός αποφασίζει ποιος, τελικά, αποφασίζει;»

Τα κριτήρια

Είναι προφανές ότι η απόφαση για τη βράβευση πρέπει να βασιστεί κυρίως σε δημοσιογραφικά κριτήρια και ειδικά στο πόσο πλήρης ήταν η έρευνα που οδήγησε στην υποψηφιότητα του για βράβευση. Σε σχέση με τις διαρροές Σνόουντεν υπάρχουν δύο θεωρήσεις. Από τη μια, δημοσιογράφοι όπως ο Ρέμνικ θεωρούν ότι τα ρεπορτάζ του Guardian και της Washington Post ήταν προϊόν επίπονης δουλειάς ειδικά σε ότι αφορά στην επεξεργασία των πληροφοριών. Από την άλλη, ο δημοσιογράφος Ρόμπερτ Κάισερ, βετεράνος της Washington Post και πρώην υποψήφιος για Πούλιτζερ, υποστηρίζει ότι «το πραγματικό ερώτημα είναι εάν αυτό [το άρθρο με τις διαρροές Σνόουντεν] είναι ρεπορτάζ. Μπορεί να αξίζει ένα δημόσιο βραβείο προσφοράς, αλλά δεν είναι σημαντικό ρεπορτάζ όταν η πηγή έρχεται σε σένα και σου δίνει τις πληροφορίες στο πιάτο».

Σε κάθε περίπτωση, το θέμα αυτό φέρνει ξανά στο προσκήνιο το μεγάλο θέμα του «τι είναι, εν τέλει, καλό δημοσιογραφικό ρεπορτάζ». Οποια και να είναι η τελική απόφαση της επιτροπής για τα Βραβεία Πούλιτζερ 2014, η συζήτηση δεν πρόκειται να κοπάσει. Αντιθέτως. Θα ανοίξει ένας νέος κύκλος διαλόγου από τον οποίο, αν γίνει νηφάλια, η δημοσιογραφία μπορεί μόνο να κερδίσει.

Τον Μάρτιο του 2009 η τότε υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Χίλαρι Κλίντον συνάντησε στη Γενεύη τον διαχρονικό Ρώσο ομόλογό της Σεργκέϊ Λαβρόφ. Η συνάντηση αυτή έμεινε γνωστή ως η συνάντηση της «επανεκκίνησης» (reset) των σχέσεων Ουάσιγκτον-Μόσχας οι οποίες είχαν έρθει πολύ κοντά στη ρήξη τον Αύγουστο του 2008, όταν η Ρωσία εισέβαλε στη Γεωργία.

Το κόκκινο «κουμπί επανεκκίνησης»

Για να συμβολίσει τη νέα πολιτική προσέγγιση της Ουάσιγκτον, η Χίλαρι Κλίντον δώρισε στο Σεργκέϊ Λαβρόφ ένα κόκκινο κουμπί με την επιγραφή «επανεκκίνηση» γραμμένο τόσο στα Αγγλικά (Reset) όσο και στα Ρωσικά (Perezagruzka).

Προσφέροντας το συμβολικό αυτό δώρο η Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών απευθυνόμενη στο Λαβρόφ του είπε: «Θα ήθελα να σου προσφέρω ένα μικρό δώρο το οποίο αντιπροσωπεύει αυτό που ο πρόεδρος Ομπάμα, ο αντιπρόεδρος Μπάϊντεν και εγώ έχουμε κατ’ επανάληψη πει: θέλουμε να επανεκκινήσουμε τη σχέση μας, και έτσι θα το κάνουμε μαζί». Από τότε ο Ρώσος υπουργός έχει το κόκκινο «κουμπί επανεκκίνησης» στο γραφείο του.

Πέντε χρόνια μετά οι σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας (και Δύσης-Ρωσίας γενικότερα) βρίσκονται εν μέσω ακόμα μιας μεγάλης κρίσης με αφορμή μια άλλη Ρωσική επέμβαση, πολιτική και στρατιωτική. Αυτή τη φορά στην Ουκρανία και στην αυτόνομη περιοχή της Κριμαίας. Στη σκιά αυτών των εξελίξεων η «πολιτική της επανεκκίνησης» δέχεται έντονη κριτική και αμφισβήτηση τόσο από τα Δεξιά όσο και από τα Αριστερά. Είναι ενδιαφέρον, δε, ότι η κριτική έχει οριζόντια χαρακτηριστικά. Δηλαδή, σε κάποια επιχειρήματα οι «νεοσυντηρητικοί» συναντούν τους «φιλελεύθερους» και τους «προοδευτικούς».

Σε γενικές γραμμές εντοπίζουμε τρεις βασικές «σχολές σκέψεις» σε ότι αφορά την προσέγγιση της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και την αντιμετώπιση της Ρωσίας και της ουκρανικής κρίσης: (α) Τη σκληρή σχολή, (β) τη ρεαλιστική σχολή και (γ) τη σχολή της απομόνωσης.

Οι σκληροί

Η σκληρή προσέγγιση θεωρεί, από τα Δεξιά, ότι η πολιτική Ομπάμα έναντι της Ρωσίας ήταν «αφελής» και ότι εξώθησε την ρωσική επιθετικότητα. Κι αυτό διότι οι ΗΠΑ έδειξαν ευελιξία έναντι της συμπεριφοράς του Βλαντιμίρ Πούτιν και υποχώρησαν από τις πολιτικές τους όπως ήταν το πρόγραμμα αντιβαλλιστικής άμυνας στην Ανατολική Ευρώπη. Οι νεοσυντηρητικοί προτάσσουν, κατά κύριο λόγο, τη γεωστρατηγική διάσταση και θεωρούν ότι ακόμα και τώρα η πολιτική Ομπάμα «χαιδεύει» τον Πούτιν και είναι αναποτελεσματική. Οπως χαρακτηριστικά γράφει ο Τσαρλς Κρόθαμερ στην Ουάσιγκτον Ποστ, «ο Βλαντιμίρ Πούτιν είναι τυχερός. Και έχει μπροστά του ακόμα τρία χρόνια τύχης», μια ξεκάθαρη αιχμή εναντίον του Μπαράκ Ομπάμα η θητεία του οποίου τελειώνει το 2016.

Η σκληρή προσέγγιση θεωρεί, από τα Δεξιά, ότι η πολιτική Ομπάμα έναντι της Ρωσίας ήταν «αφελής» και ότι εξώθησε την ρωσική επιθετικότητα

Ως απάντηση στη «Ρωσική προκλητικότητα» νεοσυντηρητικοί Ρεπουπλικάνοι (πολλοί από αυτούς υποστηρίζονται από το Κόμμα του Τσαγιού), αναλυτές και αρθρογράφοι θεωρούν τη μετωπική αντιμετώπιση της Μόσχας. Για παράδειγμα, ο Ρεπουπλικανός Γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ προτείνει τη «δημιουργία μιας δημοκρατικής θηλιάς γύρω από τη Ρωσία του Πούτιν», αναφερόμενος στην ενσωμάτωση όλων των γειτονικών χωρών της Ρωσίας στους ευρωατλαντικούς οργανισμούς, ενώ ο Γερουσιαστής Μάρκο Ρούμπιο, και πιθανός διεκδικητής του προεδρικού χρίσματος των Ρεπουπλικάνων, ζητά την επανασύσταση της «αντιβαλλιστικής ασπίδας» στην Ανατολική Ευρώπη. Ο στόχος διπλός: να τιμωρηθεί η Μόσχα και να «γονατίσει» η «ρωσική Αρκούδα». Με την ίδια προσέγγιση συντάσσεται και η πρώην υπουργός Εξωτερικών επί διακυβέρνησης Τζωρτζ Μπους του νεώτερου, Κοντολίζα Ράϊς, η οποία επικρίνει την πολιτική της «επανεκκίνησης» και προτείνει μια πιο δυναμική και ενεργητική απάντηση της Ουάσιγκτον στη Μόσχα.

Σκληρή στάση, αλλά με διαφορετικό σκεπτικό, έχουν οι εκπρόσωποι της προοδευτικής-φιλελεύθερης προσέγγισης. Επικρίνουν και αυτοί τον Μπαράκ Ομπάμα για «μαλακή» προσέγγιση και αναποτελεσματικότητα αλλά προτάσσουν περισσότερο τη διάσταση της παραβίασης των διεθνών νόμων και των δικαιωμάτων και λιγότερο τη γεωστρατηγική. Για παράδειγμα, η αρθρογράφος της Ουάσιγκτον Ποστ, Ανν Απελμπομ, χαρακτηρίζει τη Δύση ως «επικουρούσα» της Ρωσίας. Και αυτό διότι με την ανοχή της στις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και την πολιτική που ακολουθεί επιτρέπει στη Ρωσία να κάνει ότι θέλει χωρίς, ουσιαστικά, να λαμβάνει υπόψη τη Δύση. Κάνει, δε, ιδιαίτερη αναφορά στο «μαύρο» χρήμα το οποίο βρίσκεται σε διάφορες χώρες της Δύσης και το οποίο η Μόσχα χρησιμοποιεί ως μοχλό πίεσης.

Από την άλλη, για να αντιμετωπιστεί η προκλητική πολιτική Πούτιν, ο Φρεντ Κάπλαν, αναλυτής του Slate, προτείνει η Δύση να αγνοήσει τον Πούτιν. Πώς; Οδηγώντας τον στην απομόνωση μέσα από διάφορα μέτρα όπως είναι η ακύρωση της Συνόδου της G8 στο Σότσι τον Ιούνιο, ακόμα και με την εκδίωξη της Ρωσίας από το Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Ωστόσο, σε άρθρο του στο Slate με τίτλο «Κακή κίνηση Ομπάμα» επικρίνει τον αμερικανό πρόεδρο ότι βιάστηκε να ανακοινώσει κυρώσεις κατά της Μόσχας και έτσι ξόδεψε νωρίς τα διαπραγματευτικά χαρτιά του χωρίς προηγουμένως να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητά τους.

Οι ρεαλιστές

Η ρεαλιστική σχολή σκέψης αντιμετωπίζει τη Ρωσία και την πολιτική της έναντι της Ουκρανίας μέσα από μια πραγματιστική και ψυχρή ανάλυση των γεγονότων και των δεδομένων. Οι εκπρόσωποί της είναι βαθιά επηρεασμένοι από την εμπειρία του Ψυχρού Πολέμου και του ανταγωνισμού της Δύσης με τη Σοβιετική Ενωση και δεν θα ήθελαν μια επιστροφή στο παρελθόν. Θεωρούν ότι, παρά τη ρωσική προκλητικότητα, η Δύση πρέπει να αντιμετωπίσει τη Ρωσία με ψυχραιμία και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό βλέποντας το δάσος και όχι το δέντρο. Εκτιμούν, λοιπόν, ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αποφύγουν τη μετωπική σύγκρουση με τη Ρωσία και να διατηρήσουν τα κανάλια επικοινωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας ανοικτά.

Η ρεαλιστική σχολή σκέψης αντιμετωπίζει τη Ρωσία και την πολιτική της έναντι της Ουκρανίας μέσα από μια πραγματιστική και ψυχρή ανάλυση των γεγονότων και των δεδομένων

Σε πρόσφατο άρθρο του, ο «πατριάρχης» της ρεαλιστικής σχολής σκέψης, ο πρώην Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ, επικρίνει τον αντιπαραθετικό τρόπο με τον οποίο τίθεται η ουκρανική κρίση και η πολιτική προς τη Ρωσία. Αυτή η προσέγγιση δεν επιτρέπει να αναζητηθούν εναλλακτικές διέξοδοι από την κρίση και ενισχύει τις πιθανότητες της πολεμικής σύγκρουσης.

Κατά τον Κίσινγκερ και οι δύο πλευρές πρέπει να δουν με ορθολογισμό τα δεδομένα και να αναζητήσουν τις συγκλίσεις που θα τους επιτρέψουν να καταλήξουν σε αξιοπρεπή συμβιβασμό. Για τους ρεαλιστές ο συμβιβασμός δεν είναι κακό πράγμα. Είναι το ζητούμενο. Οπως χαρακτηριστικά γράφει ο Κίσινγκερ, για τη Δύση και τη Ρωσία το ζήτημα «δεν είναι η απόλυτη ικανοποίηση, αλλά μια ισορροπημένη δυσαρέσκεια».

Η ρεαλιστική σχολή αναγνωρίζει ότι στη μετα-ψυχροπολεμική εποχή, η οποία χαρακτηρίζεται από «πολυπολικότητα», η αναζήτηση κοινών σημείων επαφής είναι ο τρόπος για να διασφαλιστεί η παγκόσμια τάξη και περιφερειακή σταθερότητα.

Οι απομονωτιστές

Η σχολή της απομόνωσης έχει μια σταθερή προσέγγιση στα θέματα εξωτερικής πολιτικής: οι ΗΠΑ πρέπει να αποσυρθούν από την ενεργητική εμπλοκή τους στον κόσμο, να επιστρέψουν το στρατό τους τους στις βάσεις τους στις ΗΠΑ και να κτίσουν ισχυρές δυνάμεις ασφαλείας και στρατού για να προστατεύσουν τα σύνορα και την κυριαρχία τους. Θέλουν, με άλλα λόγια, να κτίσουν ένα «τείχος απομόνωσης» γύρω από τις ΗΠΑ.

Στη λογική αυτή θεωρούν ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν κανένα λόγο να εμπλακούν στη διαμάχη της Ρωσίας με την Ουκρανία και θα πρέπει να αφήσουν τους Ευρωπαίους να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά, να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να διαχειριστούν μια κρίση που, ούτως ή άλλως, βρίσκεται στην αυλή τους.

Εκφραστές αυτής της σχολής, η επιρροή της οποίας είναι περιορισμένη, είναι μια μερίδα του Κόμματος του Τσαγιού, των Ρεπουπλικάνων και εκπρόσωποι της παραδοσιακής Δεξιάς όπως ο γνωστός δημοσιογράφος και πρώην υποψήφιος για το προεδρικό χρίσμα των Ρεπουπλικανών Πατ Μπιουκάναν.

Και στη μέση Ομπάμα

Είναι γεγονός ότι η φιλοσοφία του Αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα είναι πιο κοντά στη ρεαλιστική σχολή σκέψης αλλά επηρεάζεται και από τις ευαισθησίες του ως προοδευτικός. Αναζητεί το συμβιβασμό και, αν μπορεί, αποφεύγει την κατά μέτωπο αντιπαράθεση. Για τη στάση του αυτή έχει επικριθεί και από αντιπάλους και από υποστηρικτές.

Στην εξωτερική πολιτική προσπαθεί, όχι πάντα με επιτυχία, να βρει την κατάλληλη, αποτελεσματική, ισορροπία μεταξύ πραγματισμού και προσήλωσης στις προοδευτικές αρχές της διεθνούς νομιμότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παρά την κριτική που δέχεται, η πολιτική της «επανεκκίνησης» είχε τη λογική της εξεύρεσης ενός modus operandi μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας το οποίο θα απέτρεπε την αναβίωση του Ψυχρού Πολέμου. Μένει να δούμε εάν η Ουκρανική κρίση θα φέρει το τέλος ή τον επανακαθορισμό της πολιτικής αυτής.

Η «επανάσταση» είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Γι αυτό και στην παγκόσμια ιστορία οι επαναστάσεις είναι μετρημένες: Γαλλική, Αμερικανική, Ρωσική, για να θυμηθούμε κάποιες από αυτές. Ολες όμως, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επηρέασαν καθοριστικά τις εξελίξεις πέραν των συνόρων τους. Και αποτελούν, μέχρι σήμερα, σημείο ιστορικής αναφοράς. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που στη διεθνή βιβλιογραφία υπάρχει μια έντονη συζήτηση για το τι είναι και τι προκαλεί μια επανάσταση.

Η «Αραβική Ανοιξη» και πρόσφατα οι εξελίξεις στην Ουκρανία και αλλού έχουν χαρακτηριστεί από κάποιους ως επαναστάσεις. Αλλοι πάλι αμφισβητούν το χαρακτηρισμό αυτό

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η δυναμική αντίδραση της κοινωνίας στο στάτους κβο. Από την Ουκρανία και τη Βενεζουέλα, μέχρι τη Βοσνία και την Ταϋλάνδη η κοινωνία και οι πολίτες αντιδρούν δυναμικά εναντίον συγκεκριμένων πολιτικών, νοοτροπιών και πρακτικών. Στόχος η ανατροπή του στάτους κβο το οποίο χαρακτηρίζεται ως αυταρχικό, ανήμπορο να ανταποκριθεί στα αιτήματα των κοινωνιών οδηγώντας στην εξαθλίωσή τους. Που μοιάζουν και που διαφέρουν; Υπάρχουν, άραγε, κοινοί παρονομαστές;

Τα κοινά χαρακτηριστικά

Και στις τέσσερις υπό εξέταση περιπτώσεις αναδεικνύεται ως κεντρικός πρωταγωνιστής των αντιδράσεων η κοινωνία με την ευρύτερη έννοια. Δεν υπάρχει κεντρική καθοδήγηση εκ των άνω ούτε μια συνεκτική ηγετική ομάδα. Οι διαμαρτυρόμενοι, με άλλα λόγια, δεν είναι μονόλιθος. Είναι μια «συμμαχία» δυνάμεων με διαφορετικές ιδεολογίες και προσεγγίσεις. Οι μετριοπαθείς δυνάμεις κυριαρχούν, ωστόσο δεν λείπουν και οι ακραίες μειοψηφίες, όπως είδαμε στο Κίεβο, οι οποίες πολλές φορές δίνουν τον τόνο. Ωστόσο, οι αντιδράσεις εκφράζουν μια κοινωνία η οποία δεν έχει διάθεση να ανεχτεί περαιτέρω τον τρόπο συμπεριφοράς του καθεστώτος. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό το οποίο συναντούμε διαχρονικά σε όλες τις ανατροπές κυβερνήσεων και καθεστώτων που ήταν προϊόν κοινωνικών κινητοποιήσεων.

Οι αντιδράσεις εκφράζουν μια κοινωνία η οποία δεν έχει διάθεση να ανεχτεί περαιτέρω τον τρόπο συμπεριφοράς του καθεστώτος

Σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό η «μεσαία τάξη» είναι καθοριστικός παράγοντας των κινητοποιήσεων. Σταδιακά μαζικοποιούνται και η ατζέντα τους διευρύνεται. Στην Ουκρανία, για παράδειγμα, την έκρηξη προκάλεσε αρχικά η απόφαση του ανατραπέντα προέδρου Βίκτωρ Γιανούκοβιτς να «παγώσει» τις σχέσεις της Ουκρανίας με την ΕΕ. Στη συνέχεια έλαβε τη μορφή καθολικής αντίδρασης στο ουκρανικό καθεστώς. Παράλληλα, στη Βοσνία οι πρώτες διαδηλώσεις ήταν κατά της ανεργίας και των μειώσεων των μισθών και σταδιακά εξελίχθηκαν σε διαμαρτυρία κατά των διεφθαρμένων εκπροσώπων του κράτους.

Οπως είδαμε και το περασμένο καλοκαίρι στις περιπτώσεις της Τουρκίας και της Βραζιλίας, οι κοινωνίες δεν ανέχονται τον αυταρχισμό της εξουσίας. Αντιδρούν στις πρακτικές επιβολής μέτρων και πολιτικών για τις οποίες το καθεστώς δεν δίνει λογαριασμό σε κανένα. Με άλλα λόγια, οι κινητοποιήσεις στο Κίεβο, στο Καράκας και στην Τούζλα ή την Μπανγκόκ είναι, μεταξύ άλλων, και μέτωπα εναντίον του αυταρχισμού. Στη μετά-Τσάβες Βενεζουέλα, για παράδειγμα, η κοινωνία βρίσκεται απέναντι στον αυξανόμενο αυταρχισμό από τον διάδοχο Νικολάς Μαδούρο. Η φυλάκιση του Λεοπόλντο Λόπεζ, της χαρισματικής ηγετικής φυσιογνωμίας της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας, όχι μόνο δεν λειτούργησε αποτρεπτικά αλλά ενίσχυσε το κίνημα διαμαρτυρίας εναντίον του Μαδούρο. Θεωρήθηκε ακόμα ένα παράδειγμα αυταρχισμού και καταπάτησης δικαιωμάτων. Και στις τέσσερις χώρες η βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων επιβεβαιώνει, με άλλα λόγια, τον σκληρό και αυταρχικό χαρακτήρα των καθεστώτων.

Και στις τέσσερις χώρες η διαφθορά, η αδιαφάνεια και η έλλειψη λογοδοσίας είναι βασικά χαρακτηριστικά της εξουσίας

Ολα τα πιο πάνω προκαλούν «κρίση αντιπροσώπευσης» με αποτέλεσμα οι πολίτες να θεωρούν ότι δεν έχουν δυνατότητα επιρροής. Εχουν, δε, φόντο την κρίση στην οικονομία και την εξαθλίωση που έχει επιφέρει σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού των χωρών αυτών. Στη Βενεζουέλα το χάσμα πλουσίων και φτωχών διευρύνεται μέρα με τη μέρα και τα ποσοστά φτώχειας να αυξάνονται. Στη Βοσνία, από την άλλη, ο πληθυσμός έχει εξαντληθεί από τα αυστηρά μέτρα λιτότητας καταδικάζοντας μεγάλο μέρος του στη φτώχεια. Σε συνδυασμό με την απορρύθμιση της μεσαίας τάξη εκκολάπτεται μια νέα «τάξη φτωχών» δημιουργώντας ένα εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα.

Σε όλες τις περιπτώσεις ένα από τα κυρίαρχα θέματα που προκαλεί αντιδράσεις είναι η διαφθορά που συνδέεται με την κυβερνητική λογοδοσία προς τον πολίτη και τη διαφάνεια. Και στις τέσσερις υπό εξέταση χώρες η διαφθορά, η αδιαφάνεια είναι η έλλειψη λογοδοσίας είναι βασικά χαρακτηριστικά της εξουσίας. Στην Ταϋλάνδη, για παράδειγμα, εδώ και μήνες οι πολίτες αντιδρούν στην προσπάθεια της κυβέρνησης της πρωθυπουργού Γινγκλούκ Σιναβάτρα να δώσει αμνηστία στον αδελφό της (πρώην πρωθυπουργό) ο οποίος καταδικάστηκε για κατάχρηση εξουσίας και διαφθορά. Στη Βοσνία, μια χώρα που η Ευρώπη την έχει αφήσει στην τύχη της, οι πολίτες εξεγείρονται εναντίον ενός συστήματος διαφθοράς το οποίο καλλιέργησε το πολύπλοκο και χωρίς ουσιαστική λογοδοσία σύστημα διακυβέρνησης.

…και οι διαφορές

Θα ήταν λάθος να υποθέσει κάποιος, με βάση τα πιο πάνω, ότι οι κοινωνικές «εξεγέρσεις» στις χώρες αυτές είναι οι ίδιες. Μπορεί να έχουν κοινά χαρακτηριστικά, ωστόσο έχουν πολλές και σημαντικές ιδιαιτερότητες (γεωγραφικές, εθνολογικές, κοινωνικές, οικονομικές) που τις καθιστούν ξεχωριστές. Η Βενεζουέλα, για παράδειγμα, έχει σημαντικά αποθέματα πετρελαίου ενώ η Βοσνία δεν έχει αξιοσημείωτο φυσικό πλούτο.

 Οι κοινωνικές αντιδράσεις μπορεί να έχουν κοινά χαρακτηριστικά, ωστόσο έχουν πολλές και σημαντικές ιδιαιτερότητες

Η Ουκρανία και η Βοσνία είναι χώρες των οποίων οι πληθυσμοί χαρακτηρίζονται από γλωσσικές και εθνικές διαφορές οι οποίες στον ένα ή στον άλλο βαθμό επηρεάζουν τη μορφή και το χαρακτήρα των κοινωνικών κινητοποιήσεων. Από την άλλη, στη Βενεζουέλα και στην Ταϋλάνδη οι πληθυσμιακές διαφορές είναι κυρίως «ταξικές» και όχι εθνικές.

Διαφορές διακρίνονται επίσης εάν επιχειρηθεί μια ανατομία των κοινωνικών «κινημάτων» που πρωτοστατούν στις διαμαρτυρίες. Στην Ουκρανία, για παράδειγμα, ισχυρή παρουσία έχει η ακροδεξιά ενώ στη Βενεζουέλα η «σύγκρουση» έχει και ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Από τη μια είναι η Αριστερά κομμουνιστικού-επαναστατικού τύπου που την εκφράζει ο Νικολάς Μαδούρο και, από την άλλη, είναι μια εκσυγχρονιστική Αριστερά που εκφράζεται μέσα από προσωπικότητες όπως ο Λεοπόλντο Λόπεζ. Στην Ταϋλάνδη, δε, τα εθνοτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά είναι σχεδόν ανύπαρκτα.

Σε κάθε περίπτωση, οι δυναμικές κινητοποιήσεις στις χώρες αυτές επιβεβαιώνουν ότι οι κοινωνίες έχουν όρια ανοχής στον αυταρχισμό, τη διαφθορά και την οικονομική εξαθλίωση και ότι δεν είναι ομοιογενή οικοδομήματα. Υπενθυμίζουν, δε, ότι όταν το «σπάσει το γυαλί» η ανατροπή είναι, τις περισσότερες φορές, ένας δρόμος χωρίς επιστροφή με όλες τις επιπτώσεις που κουβαλά μαζί της.

Με σταθερά βήματα προχωρούν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των πέντε μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας συν η Γερμανία (P5+1) και του Ιράν. Οι τριήμερες συνομιλίες στη Βιέννη κατέληξαν σε συμφωνία για τον «οδικό χάρτη» και το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που θα συνεχιστούν στις 17 Μαρτίου. Παρά τις δυσκολίες που υπάρχουν, το γεγονός της συμφωνίας είναι μια θετική εξέλιξη.

Η προκαταρκτική συμφωνία της Γενεύης, του περασμένου Νοεμβρίου, έθεσε το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν υπό έλεγχο και διασφάλισε ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί για στρατιωτικούς σκοπούς. Σε αντάλλαγμα οι Ηνωμένες Πολιτείες και τα υπόλοιπα μέλη του P5+1 συμφώνησαν να χαλαρώσουν τις κυρώσεις εναντίον του Ιράν.

Το πρώτο βήμα έγινε

Η πιο πάνω εξέλιξη σωστά χαρακτηρίστηκε ως ιστορική διότι άνοιξε το δρόμο για μια ολοκληρωμένη συμφωνία μεταξύ Δύσης και Ιράν η οποία, αναντίλεκτα, θα διαμορφώσει μια νέα κατάσταση πραγμάτων στη Μέση Ανατολή. Οι επόμενοι μήνες θα είναι καθοριστικοί για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων όπως και για τις σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν. Εάν η Τεχεράνη τηρήσει τα συμφωνηθέντα τότε θα έχουν τεθεί τα θεμέλια για μια νέα πιο ισχυρή και συνολική συμφωνία.

Οι επόμενοι μήνες θα είναι καθοριστικοί για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων όπως και για τις σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα, κατά τη διάρκεια του Saban Forum στο Brookings Institution στην Ουάσιγκτον στις 7 Δεκεμβρίου, υπερασπίστηκε τη συμφωνία του Νοεμβρίου αναγνωρίζοντας, ταυτόχρονα, ότι οι πιθανότητες επιτυχίας είναι 50-50. Από την πλευρά της, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάθριν Αστον δήλωσε μετά το τέλος των συνομιλιών στη Βιέννη ότι έγινε μια καλή αρχή. Ωστόσο, υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν ακόμα.

Η παραδοχή Ομπάμα, όπως και η αναγνώριση των δυσκολιών από την Αστον, δεικνύουν ότι οι Δυτικές δυνάμεις έχουν συναίσθηση των εμποδίων που θα προκύψουν στο δρόμο για ομαλοποίηση των σχέσεων με το Ιράν. Ειδικά σε ότι αφορά στις γενικότερες αμερικανο-ιρανικές σχέσεις. Η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει με πραγματισμό τις προοπτικές και δείχνει έτοιμη να πάρει το ρίσκο μιας συνεννόησης με την Τεχεράνη.

Η σημασία των εξελίξεων

Ποιά είναι, λοιπόν, η σημασία αυτών των εξελίξεων και ποιές είναι οι πιθανές προκλήσεις των επόμενων μηνών;

Πρώτον, η προκαταρκτική συμφωνία του Νοεμβρίου και η κατάληξη σε «οδικό χάρτη» απομάκρυναν την πιθανότητα πολεμικής σύρραξης. Μόνο λίγους μήνες πριν, διάφοροι αναλυτές συζητούσαν ή και προέβλεπαν στρατιωτική επίθεση των Ισραηλινών και των Αμερικανών εναντίον του Ιράν. Αυτή τη στιγμή το ενδεχόμενο αυτό δεν υφίσταται. Εκτός, βέβαια, εάν η Τεχεράνη αποφασίσει να αγνοήσει τα συμφωνηθέντα και να προχωρήσει με την ανάπτυξη πυρηνικού όπλου. Ενα τέτοιο σενάριο, όμως, δεν φαίνεται πιθανό.

Κλειδί για την επιτυχία της προσπάθειας είναι να αναπτυχθεί κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών

Δεύτερον, οι ΗΠΑ έχουν τώρα την ευχέρεια να επανακαθορίσουν την πολιτική τους στη Μέση Ανατολή. Εάν το εγχείρημα πετύχει θα οδηγήσει σε «αλλαγή παραδείγματος» στην περιοχή. Αυτό θα επιτρέψει στις ΗΠΑ να αξιοποιήσουν τις νέες δυνατότητες που θα προκύψουν. Η άποψη ότι οι ΗΠΑ θέλουν να απεμπλακούν από τη Μέση Ανατολή δεν φαίνεται να ευσταθεί. Εκείνο που συμβαίνει είναι ότι η κυβέρνηση Ομπάμα θέλει να επαναπροσδιορίσει τη σχέση και την εμπλοκή της στη Μέση Ανατολή έτσι ώστε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις «συλλογικής ασφάλειας» όπου οι ΗΠΑ δε θα αναγκάζονται να αναλαμβάνουν μόνες τους τα βάρη.

Τρίτον, δίνεται μια ευκαιρία στο Ιράν να κάνει τις αναγκαίες αλλαγές και προσαρμογές στην πολιτική του έτσι ώστε να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της Τεχεράνης με τη Δύση και να παίξει ένα εποικοδομητικό ρόλο στην περιοχή. Αυτό σημαίνει, βέβαια, ότι το Ιράν θα εγκαταλείψει την πολιτική στήριξης τρομοκρατικών οργανώσεων και ενεργειών και την πολιτική των απειλών έναντι του Ισραήλ και των ΗΠΑ. Κάτι που δεν θα γίνει εύκολα και θα πάρει χρόνο.

Είναι γεγονός ότι η συμφωνία της Γενεύης δημιούργησε αισιοδοξία αλλά και ελπίδες ότι ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Ωστόσο, υπάρχει ακόμα καχυποψία ως προς τις εκατέρωθεν πραγματικές προθέσεις. Κλειδί, λοιπόν, για την επιτυχία της προσπάθειας είναι να αναπτυχθεί κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών.

Οι προκλήσεις στην Ουάσιγκτον και στην Τεχεράνη

Στους επόμενους μήνες οι προκλήσεις θα προέλθουν κυρίως από το εσωτερικό μέτωπο των δύο χωρών:

 «H εποχή των πολέμων τέλειωσε. Δώστε στη διπλωματία μια ευκαιρία» διαμηνύει ο Μπαράκ Ομπάμα

Στις ΗΠΑ, ο Πρόεδρος Ομπάμα έχει να αντιμετωπίσει την έντονη κριτική προερχόμενη από ένα αξιοσημείωτο αριθμό μελών του Κογκρέσου. Αυτή η κριτική ενισχύεται από τη στάση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου ο οποίος έχει επικρίνει τη συμφωνία της Γενεύης. Σκεπτικισμό για τις πολιτικές αποφάσεις Ομπάμα εκφράζουν και τα «γεράκια» της εξωτερικής πολιτικής τα οποία εκτιμούν ότι η συμφωνία αποδυναμώνει την ικανότητα των ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν ένα «επιθετικό» Ιράν. Ο αμερικανός πρόεδρος, ωστόσο, παραμένει προσηλωμένος στην νέα πολιτική προσέγγιση της Ουάσιγκτον. Στην ομιλία του στο Κογκρέσο για την «Κατάσταση του Εθνους» στις 28 Ιανουαρίου, ο Μπαράκ Ομπάμα είπε χαρακτηριστικά ότι «η εποχή των πολέμων τέλειωσε. Δώστε στη διπλωματία μια ευκαιρία».

Στο Ιράν, ο νέος πρόεδρος Χασάν Ρουχάνι έχει να αντιμετωπίσει ένα ισχυρό σκληροπυρηνικό μέτωπο στο εσωτερικό το οποίο εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τις ΗΠΑ ως το «Μεγάλο Σατανά». Ο Ρουχάνι, μέχρι στιγμής, έχει επιδείξει πραγματισμό στην εξωτερική πολιτική και χαρακτηρίζεται ως μετριοπαθής. Ηταν πράγματι μια μεγάλη υπέρβαση η απόφαση να προχωρήσει σε συμφωνία με τις ΗΠΑ. Ωστόσο, οι πολιτικές ισορροπίες στην κυβέρνησή του είναι εύθραυστες. Είναι επίσης γεγονός ότι το Ιράν βρίσκεται σε μια ιστορική καμπή. Εάν η πολιτική Ρουχάνι αντέξει μέχρι τέλους αυτό θα αλλάξει ριζικά τα δεδομένα τόσο για το Ιράν και όσο και για την περιοχή.

Η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε μια κρίσιμη συγκυρία. Η Αμερικανο-Ιρανική προσέγγιση μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να έχει για τη σταθερότητα στην περιοχή. Μένει να δούμε εάν τους επόμενους μήνες θα μπορούμε να μιλούμε και για νέα εποχή στις σχέσεις Δύσης-Ιράν και Ουάσιγκτον-Τεχεράνης.

Μπορεί να μην άρεσε σε όλους ο τρόπος που μπήκε και πάλι στην ατζέντα, αλλά γεγονός είναι ότι το θέμα είναι σοβαρό και αγγίζει την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας μας. Ο λόγος για τη θέση των οροθετικών στην Ελλάδα, για τις διακρίσεις και τα δικαιώματά τους. Η δημόσια δήλωση του Γρηγόρη Βαλλιανάτου ότι είναι οροθετικός, άσχετα αν κάποιος συμφωνεί ή όχι με τον τρόπο που έγινε, δημιούργησε αίσθηση και άνοιξε πάλι τη συζήτηση για ένα θέμα το οποίο πολλές φορές αντιμετωπίζεται ως ταμπού ενώ τις περισσότερες φορές μπαίνει κάτω από το χαλί όπως συμβαίνει και με τόσα άλλα θέματα που αφορούν στα δικαιώματα. «Ωχ, βρε, αδερφέ! Είναι ώρα να ασχολούμαστε με τέτοια τώρα; Υπάρχουν πιο σοβαρά προβλήματα» είναι μια συνηθισμένη αντίδραση όταν πάει να ανοίξει η συζήτηση για τα κοινωνικά δικαιώματα.

Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι ο αριθμός των οροθετικών κυμαίνεται γύρω στις 20,000

Ας δούμε τα στοιχεία. Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι ο αριθμός των οροθετικών κυμαίνεται γύρω στις 20,000. Οι πιο συντηρητικές εκτιμήσεις λένε τουλάχιστον 10,000. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός δεν είναι αμελητέος. Οι πλειοψηφία αυτών δεν είναι ομοφυλόφιλοι, όπως τα στερεότυπα αφήνουν να νοηθεί. Δεν είναι ούτε μετανάστες, όπως λέει ένας άλλος μύθος. Ούτε οι εκδιδόμενες γυναίκες όπως η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να μας πει το 2012. Είναι χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών. Χρήστες οι οποίοι αναγκάζονται να χρησιμοποιούν μολυσμένες σύριγγες για να πάρουν τη δόση τους και οι οποίοι έχουν αφεθεί στην τύχη τους λόγω της έλλειψης μιας ολοκληρωμένης και αποτελεσματικής πολιτικής έναντι των ναρκωτικών. Ο ΟΚΑΝΑ έχει μιλήσει επανειλημμένα για το πρόβλημα ζητώντας από την πολιτεία άμεση δράση. Δυστυχώς η ανταπόκριση υπήρξε περιορισμένη ως ανύπαρκτη.

Οι διακρίσεις εναντίον οροθετικών, τόσο στην παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης όσο και στο χώρο εργασίας, είναι μια πραγματικότητα

Πέρασαν πολλά χρόνια από τη δεκαετία του 1980 κατά την οποία οι ασθενείς και οι φορείς με AIDS αντιμετωπίζονταν ως μιάσματα της κοινωνίας, ως θανατηφόρος κίνδυνος. Το AIDS σήμερα δεν θερίζει όπως τότε. Ούτε προκαλεί τη φρίκη που κάποτε προκαλούσε. Τα στοιχεία δείχνουν ότι και η ποιότητα και το προσδόκιμο ζωής των ασθενών και φορέων του AIDS είναι κατά πολύ βελτιωμένα. Οι θάνατοι μειώθηκαν, το κόστος αντιμετώπισης της ασθένειας, αν και ακόμα ψηλό, έπεσε. Εκατοντάδες συμπολίτες μας που είναι οροθετικοί ζουν και εργάζονται ανάμεσα μας. Είναι δίπλα μας στους εργασιακούς χώρους, στις στιγμές της διασκέδασης μας. Αυτά είναι τα καλά νέα. Αλλά τελειώνουν εδώ.

Η στοχοποίηση κοινωνικών ομάδων, όπως οι ομοφυλόφιλοι, οι μετανάστες ή οι ιερόδουλες δεν έχει σταματήσει

Τα κακά νέα είναι ότι, σύμφωνα με στοιχεία των ελληνικών οργανώσεων οροθετικών, ο αριθμός ασθενών και φορέων με AIDS έχει αυξηθεί και το κόστος της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε πολλά νοσοκομεία, όπως για παράδειγμα στο ΑΧΕΠΑ, δεν μπορεί να καλυφθεί. Αποτέλεσμα είναι οροθετικοί και ασθενείς να ζουν καθημερινά με ένα εφιάλτη για την επόμενη μέρα.

Παράλληλα ο στιγματισμός δεν έχει παρέλθει. Ούτε τα στερεότυπα έχουν εκλείψει. Οι διακρίσεις εναντίον οροθετικών, τόσο στην παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης όσο και στο χώρο εργασίας, είναι μια πραγματικότητα. Η στοχοποίηση κοινωνικών ομάδων, όπως οι ομοφυλόφιλοι, οι μετανάστες ή οι ιερόδουλες δεν έχει σταματήσει. Η προσωρινή φυλάκιση και διαπόμπευση, με κρατική οδηγία, 26 οροθετικών εκδιδόμενων γυναικών το 2012 είναι ενδεικτικό παράδειγμα.

Ο φόβος των διακρίσεων επιβάλλει στους περισσότερους οροθετικούς να κρύβουν την ασθένειά τους ειδικά στους χώρους εργασίας. Ο φόβος ότι αυτό ενδεχομένως να οδηγήσει στην απόλυσή τους είναι υπαρκτός. Και αυτό παρότι η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ) υιοθέτησε το Μάιο του 2010 τη Σύσταση 200 με την οποία διαμορφώνεται ένα ισχυρό πλαίσιο προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων των οροθετικών. Στόχος της ΔΟΕ είναι η καταπολέμηση του εργασιακού αποκλεισμού και των δυσμενών διακρίσεων στους χώρους εργασίας καθώς και η διασφάλιση του απορρήτου των προσωπικών τους δεδομένων.

Το ελληνικό εργασιακό νομικό πλαίσιο παραμένει ελλιπές με αποτέλεσμα το παράθυρο των διακρίσεων να παραμένει ανοικτό

Η Ελλάδα, τον Οκτώβριο του 2013, καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) για παραβίαση των άρθρων 8 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Τα άρθρο 8 κατοχυρώνει το σεβασμό στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή και το άρθρο 14 απαγορεύει τις διακρίσεις. Η υπόθεση αφορούσε στην απόλυση το 2010 ενός οροθετικού εργαζόμενου ύστερα από πιέσεις συναδέλφων του στη διεύθυνση της εταιρείας. Ο απολυμένος κατέφυγε στην ελληνική δικαιοσύνη. Παρά το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο Αθηνών και το Εφετείο τον δικαίωσαν το αρμόδιο τμήμα του Αρείου Πάγου αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου και έκρινε ότι η απόλυση «δεν ήταν αντίθετη με το νόμο» διότι «δικαιολογούνταν από το συμφέρον του εργοδότη». Παρά την ευρωπαϊκή καταδίκη, το ελληνικό εργασιακό νομικό πλαίσιο παραμένει ελλιπές και δεν καλύπτει κοινωνικές ομάδες όπως οι οροθετικοί με αποτέλεσμα το παράθυρο των διακρίσεων να παραμένει ανοικτό.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο στιγματισμός και ο αποκλεισμός παραμένουν ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα. Για να σταματήσουν, και μαζί τους οι διακρίσεις, χρειάζεται σωστή διαπαιδαγώγηση σε όλα τα επίπεδα. Υπάρχει ανάγκη ουσιαστικής ενημέρωσης έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί ο φόβος και να διαλυθούν τα στερεότυπα. Την πρώτη ευθύνη για όλα αυτά την έχει η πολιτεία η οποία πρέπει, επιτέλους, να αντιμετωπίσει το θέμα των δικαιωμάτων ως προτεραιότητα.

Η Ιταλία δεν είναι αμάθητη από πολιτικές κρίσεις. Ούτε από πολιτική αστάθεια και αβεβαιότητα. Οπότε το νέο πολιτικό δράμα που εκτυλίσσεται μετά την παραίτηση του Ενρίκο Λέτα από την πρωθυπουργία και τη δυναμική είσοδο στην πολιτική σκηνή του Ματέο Ρέντσι δεν εκπλήσσει κανένα. Ωστόσο, τα πράγματα τώρα είναι πιο ζόρικα για την Ιταλία. Διότι, από τη μια, η Ευρώπη παραμένει ακόμα βουτηγμένη στην οικονομική κρίση και στην πολιτική στασιμότητα, ενώ, από την άλλη, η Ιταλία βρίσκεται σε μια από τις χειρότερες οικονομικές φάσεις στην ιστορία της. Η ύφεση στη χώρα είναι η βαθύτερη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και η Ιταλία δεν είναι μια οποιαδήποτε χώρα. Ανήκει στον πυρήνα των Ευρωπαϊκών δυνάμεων και είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ενωσης.

Από τον Μπερλουσκόνι στον Λέτα…

Ο «φιγουράτος» Μπερλουσκόνι πλάσαρε τον εαυτό του ως πολιτικό εκτός των κυκλωμάτων της εξουσίας και του κατεστημένου

Το πολιτικό σύστημα που οικοδομήθηκε στην Ιταλία στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου κατέρρευσε οριστικά το 1992. Για σαράντα και πλέον χρόνια στην ιταλική πολιτική σκηνή κυριαρχούσαν οι Χριστιανοδημοκράτες. Παρά την οικονομική ευρωστία που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής τους, η ηγεμονία των συντηρητικών κατέρρευσε κάτω από το βάρος των σκανδάλων που την συνόδευσαν. Το κενό που προκλήθηκε ήρθε να καλύψει ο Σύλβιο Μπερλουσκόνι. Ο «φιγουράτος» Μπερλουσκόνι πλάσαρε τον εαυτό του ως πολιτικό εκτός των κυκλωμάτων της εξουσίας και του κατεστημένου. Με αυτή την έννοια έπαιξε το αντισυστημικό χαρτί και του βγήκε μέχρι που οι αυτοκαταστροφικές επιλογές του τον οδήγησαν οριστικά στην έξοδο το 2011.

Τον Μπερλουσκόνι διαδέχθηκε ο τεχνοκράτης Μάριο Μόντι ο οποίος διορίστηκε από το Ιταλικό Κοινοβούλιο. Με αυτή την έννοια δεν είχε «λαϊκή νομιμοποίηση». Ο διορισμένος Μόντι στηρίχθηκε από τα μετριοπαθή κόμματα τα οποία ήθελαν να κερδίσουν χρόνο για να ανασυνταχθούν για τις επόμενες εκλογές. Η διακυβέρνηση Μόντι άντεξε λίγο περισσότερο από ένα χρόνο μέχρι τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 2013.

Ο λαϊκισμός του Γκρίλο συνεπήρε μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων και κατέστησε το Κίνημά του «παίχτη» στο σημερινό πολιτικό σκηνικό

Το αποτέλεσμα των εκλογών αυτών περιέπλεξε ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Κανένα από τα παραδοσιακά κόμματα δεν κέρδισε αρκετές έδρες για να σχηματίσει ισχυρή κυβέρνηση. Το Δημοκρατικό Κόμμα κέρδισε τις εκλογές αλλά η νίκη του ήταν κουτσουρεμένη. Και όχι μόνο αυτό. Στις εκλογές μπήκε στο πολιτικό σκηνικό σαν «τσουνάμι» το Κίνημα των Πέντε Αστέρων του Πέπε Γκρίλο. Ενός άλλου «φιγουράτου» προσώπου ο οποίος, όπως και ο Μπερλουσκόνι είκοσι και πλέον χρόνια πριν, πρόταξε τον εαυτό του ως αντισυστημικό και πολέμιο των κατεστημένων συμφερόντων. Ο λαϊκισμός του Γκρίλο συνεπήρε μια μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων και κατέστησε το Κίνημά του «παίχτη» στο σημερινό πολιτικό σκηνικό.

Το αίσθημα αυτοσυντήρησης και ο φόβος του πλήρους κατακερματισμού του πολιτικού συστήματος οδήγησε τα παραδοσιακά κόμματα να στηρίξουν την κυβέρνηση Ενρίκο Λέτα. Ακόμα ένας διορισμένος από το Κοινοβούλιο πρωθυπουργός. Σχεδόν ένα χρόνο μετά, ο Λέτα υποχρεώθηκε σε παραίτηση από τον «σύντροφό» του Ματέο Ρέντσι ο οποίος ετοιμάζεται να τον διαδεχτεί στην πρωθυπουργία.

Kαι τώρα στον Ρέντσι

Οι αμφιβολίες είναι μεγάλες για το εάν ο Ματέο Ρέντσι θα καταφέρει να οικοδομήσει μια ισχυρή κυβέρνηση η οποία να αντέξει στο χρόνο και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να βγει η Ιταλία από την πρωτόγνωρη οικονομική ύφεση και τη συνεχιζόμενη πολιτική κρίση. Οι προκλήσεις και οι δυσκολίες που έχει μπροστά του είναι πολλές και μεγάλες.

Ο Ρέντσι θα είναι ευάλωτος στο επιχείρημα, και στις πιθανές πιέσεις, ότι δεν έχει «λαϊκή νομιμοποίηση»

Θα ξεκινήσει την πρωθυπουργία του με με ένα μεγάλο μειονέκτημα: Θα είναι και αυτός διορισμένος πρωθυπουργός. Θα είναι ο τρίτος πρωθυπουργός που καταλαμβάνει τη θέση χωρίς να έχει κερδίσει εκλογές και χωρίς να είναι ο ίδιος βουλευτής. Ως εκ τούτου, θα είναι ευάλωτος στο επιχείρημα, και στις πιθανές πιέσεις, ότι δεν έχει «λαϊκή νομιμοποίηση».

Από την άλλη, βέβαια, έχει τη στήριξη ισχυρών παραγόντων της οικονομίας και θεωρείται πιο πολύ Κεντρώος παρά Αριστερός. Διαθέτει, επίσης, χαρισματική προσωπικότητα και έχει κτίσει την εικόνα του «κατεδαφιστή» των παραδοσιακών πολιτικών προσεγγίσεων (είναι βέβαιο ότι ο Λέτα δεν θα διαφωνούσε με αυτόν τον χαρακτηρισμό).

Ωστόσο, τα πράγματα παραμένουν εξαιρετικά δύσκολα, ειδικά στην οικονομία. Τα στατιστικά στοιχεία για την Ιταλία που ανακοινώθηκαν στις 14 Φεβρουαρίου προκαλούν προβληματισμό και ανησυχία. Οι ρυθμοί ανάπτυξης στην Ιταλία παραμένουν στάσιμοι (παρότι στο τελευταίο τετράμηνο του 2013 ο ρυθμός ανάπτυξης αυξήθηκε κατά 0.1%) και η χώρα είναι πίσω από άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ισπανία.

Πέραν τούτου, το ΑΕΠ ήταν μειωμένο κατά 1.9% το 2013, έχει 2 τρισεκατομμύρια ευρώ δημόσιο χρέος και η ανεργία είναι 12.7%, το μεγαλύτερο ποσοστό από τη δεκαετία του 1970. Ολα τα πιο πάνω δημιουργούν ένα εύθραυστο και αβέβαιο πολιτικο-οικονομικό περιβάλλον.

Κρίση αντιπροσώπευσης

Οπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έτσι και στην Ιταλία, το πολιτικό σύστημα αντιμετωπίζει την απαξίωση και μια κρίση αντιπροσώπευσης. Αυτό εξηγεί, σε μεγάλο βαθμό, την εκτόξευση των ποσοστών του Κινήματος των Πέντε Αστέρων. Παράλληλα, η κρίση αντιπροσώπευσης ενισχύεται και από το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια η Ιταλία έχει διορισμένους και όχι εκλεγμένους πρωθυπουργούς.

Ο επόμενος κρίσιμος, εκλογικός, σταθμός για την Ιταλία θα είναι οι ευρωεκλογές. Η πιθανότητα να επικρατήσουν οι πιο αντιδραστικές και λαϊκίστικες δυνάμεις είναι πραγματική. Σε μια τέτοια περίπτωση η πολιτική ζωή μιας κυβέρνησης Ματέο Ρέντσι θα γίνει πιο δύσκολη και πιο επισφαλής. Μένει να δούμε εάν ο «κατεδαφιστής» Ρέντσι θα καταφέρει να οικοδομήσει πολιτική και οικονομική σταθερότητα.